Καταραμένα χελιδόνια

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015


-Φωτιά;
-Ορίστε;
-Νεαρέ, έχεις φωτιά;, ρώτησε το Νικόλα η γυναίκα που καθόταν δίπλα του, στο πεζούλι κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Φαινόταν ώριμη σε ηλικία, ωστόσο το ντύσιμό της δε συμβάδιζε με τα χρόνια της. Κρατούσε ένα τσιγάρο και φορούσε ένα κοντό φόρεμα με αποκαλυπτικό ντεκολτέ.
-Λυπάμαι, δεν καπνίζω..., είπε εκείνος ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο. Φαινόταν παλιό, οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες.
-Εγώ πάλι, λυπάμαι που καπνίζω..., είπε εκείνη κοιτώντας τον ακόμη, αλλά δεν πήρε κάποια απάντηση.
-Ώστε δεν καπνίζεις... Πίνεις, τουλάχιστον;, ξαναπροσπάθησε η γυναίκα, βγάζοντας έναν αναπτήρα από τη τσάντα της. 
  Άναψε με αργές κινήσεις το τσιγάρο κι ο Νικόλας την κοίταξε απορημένος. Αφού είχε φωτιά εξαρχής, τι ζητούσε; Τι μπορεί να ήθελε από εκείνον μια γυναίκα σε τέτοια ηλικία;
-Δεν καπνίζω ούτε πίνω.., της είπε. 
  Παρατηρώντας την πιο προσεκτικά, ο Νικόλας σκέφτηκε πως η γυναίκα είχε όμορφα χαρακτηριστικά. Αν, βέβαια, αφαιρούσε κανείς τους τόνους βαψίματος και την εμφανή ταλαιπωρία από το πρόσωπό της.
-Ούτε πίνεις!, κρυφογέλασε εκείνη, ακολουθώντας με τη ματιά της τον καπνό που χανόταν στη φυλλωσιά του αιωνόβιου πλατάνου.
-Καλά, κατάλαβα... Όπως φαίνεται, μεγαλώσαμε πια!  Ίσως, ίσως φταίνε και τα μαλλιά μου, αν τα έβαφα κόκκινα..., μονολόγησε η γυναίκα. 
-Εγώ, παρεξήγησες... Ήθελα απλώς να ξαποστάσω..., απάντησε ο Νικόλας.
-Δε βαριέσαι! Καλύτερα! Προτιμώ λίγη παρέα..., του είπε, ξαναβρίσκοντας το κέφι της.
  Ο Νικόλας χαμογέλασε και ξανάπιασε το βιβλίο, αλλά μάταια. Η γυναίκα τον διέκοψε πάλι.
-Καταραμένα χελιδόνια..., είπε.
-Πως; Τι σου φταίξανε τα χελιδόνια;, είπε ο Νικόλας, κοιτώντας την. Το βλέμμα της πλανιόταν σε δυο μικρά χελιδόνια που στριφογύριζαν στον αέρα.
-Είναι όμορφα, χαριτωμένα και πάντα φεύγουν μακριά. Δε φτάνει αυτό;, σχολίασε εκείνη, σβήνοντας το τσιγάρο στο χώμα.
-Δεν έχεις φύγει ποτέ από εδώ;, ρώτησε ο Νικόλας.
-Πάντα φεύγω, μα όχι για πάντα... Στη θάλασσα δεν έχω πάει ποτέ. Είναι πολύ μακριά από εδώ, έτσι;
-Είναι, αρκετά..., απάντησε ο Νικόλας, κοιτάζοντας ασυναίσθητα το ρολόι του.
-Δε βαριέσαι. Εγώ ό,τι χρειαζόταν να μάθω, το διδάχτηκα στο δρόμο. Και η ζωή, να ξέρεις, είναι θνητή κι όχι κάποια αλάβωτη θεά.... Κι ως γνωστόν είναι μεγάλη πόρνη... 
  Αυτή είναι η ζωή, νεαρέ. Και θα έλεγε κανείς πως της μοιάζω, μόνο που είχα την ατυχία να με βαφτίσουν Ισμήνη αντί για Ζωή, έτσι δεν έχω τίποτε ποιητικό επάνω μου..., είπε κι άναψε κι άλλο τσιγάρο.
  Ο Νικόλας την κοίταξε αποσβολωμένος.
-Ισμήνη Βελιστίγη!, είπε ξαφνικά.
-Τι;, απάντησε εκείνη ψύχραιμα.
  Ο Νικόλας ένιωσε τις παλάμες του να μουδιάζουν. Το βιβλίο άνοιξε ελαφρά κι από μέσα γλίστρησε ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο, που χρησίμευε ως σελιδοδείκτης. 
-Μισό λεπτό... Με ξέρεις;, ρώτησε εκείνη, παραξενεμένη.
-Είπες μόλις, πως σε βαφτίσανε Ισμήνη..., απάντησε ο Νικόλας, αποφεύγοντας να διασταυρωθεί με το βλέμμα της. 
-Όμως δε σου είπα επιθ...
-Ισμήνη, πες μου... Αγάπησες ποτέ σου;, ρώτησε έντονα ο Νικόλας.
   Η Ισμήνη ενοχλήθηκε από την ξαφνική ανάκριση, αλλά απάντησε.
-Τι με πέρασες; Ναι, κάποτε... Άνθρωπος είμαι κι εγώ...
-Τι συνέβη;
-Συνέβη ότι η αγάπη είναι παρεξηγημένη λέξη, νεαρέ! Έλεγε πως μ' αγαπούσε, μα μόλις έμαθε ποια είμαι στ' αλήθεια, με παράτησε μ' ένα μωρό στην αγκαλιά... 
-Και το μωρό;, βιάστηκε να ρωτήσει ο Νικόλας. 
  Καμία απάντηση.
-Το μωρό, διάολε, το μωρό;;, επέμεινε ο Νικόλας, με το βλέμμα καρφωμένο χάμω. 
-Το έδωσα... Τι να 'κανα; Με φαντάζεσαι εμένα μ' ένα μπιμπερό στο χέρι; Πιστεύω πως έκανα το καλύτερο. Ξέρεις, καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς να μοιάζει... Έπειτα όμως ξανάρχομαι στα λογικά μου κι εύχομαι να μη συναντηθούν ποτέ οι δρόμοι μας. Τι να του πω; Θα πέθαινα από ντροπή, να μάθαινε πως μάνα του είναι μια... 
  -Πρέπει να πηγαίνω..
  Η Ισμήνη λυπήθηκε.
-Φεύγεις; Κρίμα... Ποτέ δε με ξαναπλησίασε κάποιος, χωρίς να θέλει κάτι από εμένα..., του είπε.
  Ο Νικόλας κοντοστάθηκε.
-Ξέρεις, δε φταίνε τα χελιδόνια... Αυτή είναι η φύση τους..., είπε ο Νικόλας τελικά.
Αντίο, Ισμήνη. Ίσως, όταν ξανάρθω, να σε πάω να δεις τη θάλασσα...
 Η Ισμήνη χαμογέλασε.
-Αντίο..., του είπε.
  Μόλις έφυγε, η Ισμήνη πρόσεξε το τριαντάφυλλο που είχε παραπέσει. Έσκυψε να το μαζέψει και τότε κατάλαβε... Αναστενάζοντας, διάβασε το σημείωμα που ήταν τυλιγμένο γύρω του. 
"Νικόλα, μια μέρα να με ψάξεις. Ίσως καταλάβεις και με συγχωρήσεις, τότε. Σε αγαπώ παντοτινά, η μαμά σου,
Ισμήνη Βελιστίγη"
Η Ισμήνη έσφιξε το τριαντάφυλλο και σκούπισε το κόκκινο κραγιόν. Πλησίασε το περίπτερο και ζήτησε εφημερίδα, να ψάξει αγγελίες για δουλειά. Ήταν καιρός, πια.

Tags: Αταξινόμητα


Της θάλασσας. Της μέλισσας. Και της νυκτός

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015


Νύχτα φωτεινή
Ολόγιομο φεγγάρι
Αγκαλιασμένο το χαζεύει ένα ζευγάρι
Τί τρικυμία
Σμήνος πετούν οι γλάροι
Προμηνύεται  συμφορά 
Μα τι το νοιάζει το ζευγάρι
Ο κόσμος τους είναι 
Ο ένας με τον άλλο
Κι άλλος με τον ένα
Πιο πέρα
Πλοία βουλιάζουν
Γοργόνες μαύρα φορούν
Κι ωστόσο ξημερώνει
Κρύβεται το φεγγάρι
Αποκοιμιέται το ζευγάρι
Σμήνος πετούν οι γλάροι
Ενώ ατάραχη
Πετάει η μέλισσα
Προς την κηρύθρα


Tags: Αταξινόμητα


Ελένη

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Στεκόταν μεθυσμένη
Στην ακροθαλασσιά
Με μάτια θολωμένα
Με μάτια από φωτιά
Όλη τη νύχτα δάκρυ
Κι όλη τη μέρα οινόπνευμα
Παράπλευρα απ' το κύμα
Ηλιόλουστα μαλλιά 
Και στέγνωσαν τα μάτια της 
Για άλλη μια φορά
Και άλλη μια φορά
-Μα πόσο ακόμα-


Tags: Αταξινόμητα


Εμμονή

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Παρατηρούσα, ώρα πολλή, ένα δέντρο 
Με την προσοχή μου στραμμένη σ' εκείνο το παράξενο το δέντρο
Ίσως παράξενο να μην ήταν τελικά, όμως παράξενο θα μου φάνηκε
Για να έχω την προσοχή μου ολάκερη σ' ένα δέντρο
Ενώ δίπλα είχε ένα δέντρο
Που πίσω του ένα δέντρο
Κάλυπτε ένα άλλο δέντρο
Και μέσα σε τόσα δέντρα
Εγώ κοιτούσα ένα φύλλο του δέντρου
Που πάνω σ' ένα κλαδί βρισκόταν
Και γύρω του πολλά κλαδιά
Και όλα μαζί τα κλαδιά 
Σε ένα σύνολο
Που πίσω τους ένα άλλο σύνολο από κλαδιά και φύλλα 
Μάλλον φτιάχναν δέντρο
Το δέντρο που κοιτούσα
Που ήταν δίπλα σε άλλο δέντρο
Που μάλλον φτιάχνει δάσος
Και μάλλον έχασα το δάσος

Tags: Αταξινόμητα


5 Στάδια της Θλίψης

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

"Two young girls sat there
  Inseparable friends
  They were"
Stop Motion 11'15'' 2014 GR

 



Tags: stop motion animation


Όπου πας

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Άιντε, κάνε την εργασία σου.
Άντε να πας στο σχολείο.
Άιντε, πιές λίγο νερό.
Άντε γιατί θα γλιστρήσεις.
Άιντε, πήγαινε μια βόλτα.
Άντε τάισε το σκύλο.

Όπου και να πας, θα σε πιάσω.
Θα ψάξω να το βρω οπωσδήποτε.
Όπου και να πας σε ακολουθάει.
Εδώ θα γυρίζει, όπου κι αν πάει.
Μπορείς να πας οπουδήποτε.



Tags: Αταξινόμητα


Υπέρβαση

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέπτη καθαρά
Και κάνε τη γαμημένη υπέρβαση
Κάνε την υπέρβαση
Κάνε την
Όχι αύριο, όχι μεθαύριο
Αν είναι κάποτε να κάνεις μια υπέρβαση
Να βγεις από τα όρια του εαυτού σου και να γίνεις κάποιος άλλος
Να μην αναγνωρίζεις τις πράξεις, τις αξίες και τα υποτιθέμενα τα σχέδιά σου
Κοίτα τον εαυτό σου μες τα μάτια και πες "Φτάνει"
Ως εδώ
Αρκετά βολεύτηκα
Αρκετά παιδεύτηκα
Αρκετά να τα 'χω όλα μα και τίποτα
Αρκετά με τη φάτσα μου ακόμα
Αν είναι να κάνεις ποτέ μία υπέρβαση
Η ώρα είναι τώρα
Τώρα
ΤΩΡΑ


Tags: Αταξινόμητα


Ερωτικ(οί) απογοήτευση

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Υπάρχει μια έκφραση συχνά πυκνά λεγόμενη
Και πολυφορεμένη
Μα παρεξηγημένη αιώνες παραμένει!
Ερωτικοί απογοήτευση την λεν οι λαβωμένοι
Κι όχι, δεν είναι ανορθόγραφα γραμμένη
Την αλήθεια πίσω απ' την ιστορία της την ξέρουν μόνο λίγοι,
Γι αυτό και δεν καταλαβαίνουν οι πολλοί το τί σημαίνει

Πόσα ποτά πόσα ξενύχτια πόσες πίκρες
Πόσες γυναίκες πόσοι άντρες πόσες νύχτες
Πόσες, που ποτέ δεν έγιναν εξομολογήσεις
Πόσα δάκρυα απερισκεψίες και λάθος κλήσεις
Τα μπαρ, τα ξενυχτάδικα, ωστόσο την παινεύουν
Χωρίς εκείνη θα 'χαναν τόσους πολλούς πελάτες!
Γι αυτό και την αλλάξανε για μας όλους τους βλάκες
Με ένα γράμμα διαφορά κρύψαν καλά το μυστικό

Είναι λοιπόν που υπάρχουν άνθρωποι ερωτικοί
Κι άλλοι, που είναι σκέτη απογοήτευση
Κι όταν τύχει να συναντηθούν οι μεν με τους δε
Προκύπτει αναπόφευκτα
Μια αδιαμφισβήτητη
Μεγάλη, κραυγαλέα

Ερωτικοί απογοήτευση

Tags: Αταξινόμητα


Τροφική αλυσίδα

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Ένα τρωκτικό πετάει στον ουρανό
Τρέφεται από την απόρριψη
Τρέφεται από την απόρριψη
Ένα κοράκι γαλανό στο χώμα σέρνεται ερπετό
Διψάει για λίγη απόγνωση
Όμως η δίψα του δε σβήνει
Ούτε που κλείνει η πληγή
Και τρέφεται από τη δίψα του
Και τρέφεται από την απόρριψη
Ένα ξωτικό εγκαταλείπει πια τα δέντρα στο πάρκο το αδειανό
Και καρφώνεται, πετώντας απρόσεκτα, σε ξύλινες κολώνες της ΔΕΗ
Δεν έχει να πληρώσει ρεύμα να το κατεβάσουν
Και μένει εκεί
Να τρέφεται από την απογοήτευση
Μέχρι που βλέπει ένα κοράκι γαλανό να κυλιέται σα να 'ταν ερπετό
Και το πιάνει απόγνωση
Κι ένα τρωκτικό στη θέση του αντί γι αυτό,
Να πετάει μανιασμένα ψηλά στον ουρανό, να μην κοιτάει κατά δω
Και νιώθει απόρριψη
Μα δεν τρέφεται από την απόρριψη!
Σώθηκε πια, δε φτάνει για τόσους να χορτάσουν
Και μένει εκεί χωρίς να τρέφεται
Και πεθαίνει αργά
Πολύ αργά
Ευτυχισμένο
Που δε βρήκε τίποτα μάταιο
Να τρέφει και να τρέφεται


Tags: Αταξινόμητα


'Αφιξη

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Ένα βήμα πίσω
Ένα βήμα μπρος
Περπατήσαμε χιλιόμετρα
Σε μια κουρασμένη, αιώνια
Αγωνιώδη στασιμότητα
Δρόμο πήραμε, δρόμο αφήσαμε
Ώσπου πια
Συνειδητοποιήσαμε έκπληκτοι
Πως φτάσαμε στην περιβόητη Ιθάκη!
Πως είχαμε φτάσει από πάντα
Και πως δεν πήγαμε και ποτέ ως εκεί.


Tags: Αταξινόμητα


Εμείς

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Αυτή την τρικυμία που ταράζει
το από χρόνια πια λιμνάζοντα νερό
την πρόσεξες κι εσύ ή μόνο εγώ;

Κι αυτό το ασυγκράτητο το πάθος
που τρέχει ολοταχώς προς τον γκρεμό
το είδες πώς γελάει, ή μόνο εγώ;

Τους μυριάδες απελπισμένα ερωτευμένους
που γεμίζουν τον αέρα "Σ' αγαπώ"
τους άκουσες κι εσύ ή μόνο εγώ;

Στους δρόμους που διαβήκαμε παρέα
στα μάταια τα λόγια, απορώ
υπήρξε ποτέ "εμείς" πέρα απ' το "εγώ";

Tags: Αταξινόμητα


ΒιντεοΠοίηση (Α': Μυστικό)

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ΒιντεοΠοίηση (Α': Μυστικό) from narfita on Vimeo.

Tags: stop motion animation, movie editing


Μία ταμπέλα δρόμος

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

"Πέρα στα Παλικαριανά, έχει παλικάρια να!! Μα, να μας χωρίζει τόση λίγη απόσταση; Μια ταμπέλα δρόμος!", είπε εκστασιασμένος ο νεαρός από τα Φλώρια που μόλις είχε επιστρέψει από την εξόρμησή του, απευθυνόμενος στον κολλητό του, τον Ιάκωβο. Είχε καταφέρει να περάσει κρυφά τα απαγορευμένα σύνορα! Για κακή του τύχη όμως, τον άκουσε ο πάτερ από τα Παπαδιανά που έτυχε να περνάει από τα Φλώρια...

"Μαζέψου, ξεφωνημένη! Κανείς δεν πατάει το πόδι του στα Παλικαριανά εξόν τα παλικάρια, που με χίλιες δυο δοκιμασίες στα δύσβατα βουνά πήραν τη θέση που τους αξίζει πάνω στο χάρτη! Δε θα μας χαλάσεις την τάξη εσύ... Γι' αυτό εβάλαμε ταμπέλες κι εγκατασταθήκαμε ανάμεσα στα δυο χωριά, ξυπνοπούλι! Για να ξεχωρίζουμε τα αρνιά από τα ερίφια και να διατηρείται η τάξις επάνω στη γης!", του φώναζε καθώς τον λιβάνιζε εξαγριωμένος, ενώ ταυτόχρονα σταυροκοπιόταν. Παραπίσω, ανάμεσα στα όρια των δυο χωριών, καμιά δεκαπενταριά παππάδες που δεν είχαν ιδέα για το συμβάν πηγαινοερχόταν βιαστικά προετοιμάζοντας το πανηγύρι των Παπαδιανών, με τα μακριά μαύρα τους ράσα ν' ανεμίζουν.

"Άπαπα, καλέ παππά! Αθώα πλάσματα είμαστε κι εμείς, ποίμνιό σου! Πως βαστάει η καρδούλα σου να μας φέρεσαι έτσι;;", του παραπονέθηκε με μάτια λυπημένα ο νεαρός από τα Φλώρια κι άρχισε να δακρύζει, καθώς όταν σκούπισε τα μάτια του επειδή έτσουξαν από τον καπνό, μπήκε μέσα μάσκαρα. Ο πάτερ ένιωσε περισσότερο θυμό παρά οίκτο με αυτά τα λόγια, καθώς όμως επικαλέστηκαν το έργο και τη θέση του δε μπορούσε να φερθεί διαφορετικά και να το δείξει. "Ας σας φωτίσει ο Θεός το λοιπόν... Να μη μαγαριστεί το Έργο Του, ελέησον", είπε κι έφυγε βιαστικά, συνεχίζοντας το λιβάνισμα σε όποιον κάτοικο από τα Φλώρια έβλεπε μπροστά του. Κι ενώ ο πάτερ έφυγε, εκείνος συνέχισε να στέκεται όρθιος και να κοιτάει προς τα πέρα, με τα μάτια του ίσα να διακρίνουν την απόμακρη ταμπέλα των Παλικαριανών.

Έφταναν ως εκεί τα γέλια τους, οι λεβέντικες φωνές τους, οι κούπες που τσούγκριζαν και τα κρασιά που χύνονταν χάμω. Ενώ στο δικό του το χωριό... Ακόμα και τα περήφανα αγριοκάτσικα έμοιαζαν να κοιτάζουν υποτιμητικά τους κατοίκους από τα Φλώρια. Κι όμως, κάποτε ήταν ιστορικό χωριό! Ωστόσο, πλέον, μόνο οι γεροντότεροι εξιστορούσαν τις ένδοξες μνήμες που φώλιαζαν στη θύμισή τους... Μόνο και μόνο λόγω των ονομάτων, αποφασίστηκε να γίνει διαλογή, να μη μπερδεύονται. Από δω τα Φλώρια, από κει τα Παλικαριανά. "Κάποιος λόγος θα υπάρχει, αφού όλα Εκείνος με σοφία εποίησεν", σκέφτηκε ένας πάτερ κι από κει και πέρα έγινε διαλογή στους κατοίκους κι όλα εφαρμόστηκαν και πήραν το δρόμο τους. Κι αλίμονο σε όποιον θα τολμούσε να παραβεί το άβατο τον Παπαδιανών!

Καμιά φορά ο νεαρός σκεφτόταν την αδικία. Όμως, μετά κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη, έπιανε το τζελ για τα μαλλιά και τα ξέχναγε όλα. Το έβλεπε πως δεν είχε καμιά καταγωγή από τα Παλικαριανά κι αφού είχαν έτσι τα πράγματα, θα έπαιζε το παιχνίδι τους. Δεν είχε τρόπο να τους πείσει για το αντίθετο. Κι αφού έτσι είχαν τα πράγματα, καλύτερα στα Φλώρια. Εκεί είχε αφομοιωθεί, εκεί βρισκόταν οι φίλοι του. Μα πάντα κρυφά μέσα του σιγόκαιγε αυτή η επιθυμία κι όλο και λαχταρούσε να περάσει τα αναθεματισμένα τα σύνορα.

"Ιάκωβε!", φώναξε ξαφνικά και τα μάτια του λαμπύρισαν από χαρά.
"Τι σ' έπιασε καλέ και με τάραξες; Άντε, λέγε βρε!"
 "Ιάκωβε, ετοιμάσου! Αύριο δεν είναι το πανηγύρι στο δίπλα χωριό;"
Ο Ιάκωβος τον κοίταξε καχύποπτα. "Χρυσό μου αφού το ξέρεις τί ρωτάς. Τσάμπα να μιλάω να κάνω ρυτίδες;"
Μα ο φίλος του δεν πτοήθηκε.
 "Αύριο... Αύριο είναι η μέρα μας! Την ώρα που όλα τα Παπαδιανά θα είναι συγκεντρωμένα στην εκκλησιά, θα ξεπατώσουμε τις ταμπέλες και τότε θα λάμψει η αλήθεια! Χωρίς ταμπέλα, κανείς δε θα ξέρει πώς θα πρέπει να φερθεί και με ποιούς είναι! Τι νομίζεις, ένα τζελ για τα μαλλιά μας ξεχωρίζει; Θα τα 'χουν όλοι χαμένα σου λέω! Και τότε θα δούμε αν υπάρχουν πραγματικά φλώροι και παλικάρια!", είπε ο νεαρός και ένιωσε το όραμά του να τον καταπνίγει, να ξεπερνάει τα σύνορα, να φτάνει μέχρι τη θάλασσα της Παλαιόχωρας, να βουτάει να δροσίζεται και να επιστρέφει πίσω ολοκαίνουριο.
"Εμ, ναι... Αύριο, λοιπόν! Αφού θα 'ναι μεγάλη μέρα, ας πηγαίνω σιγά σιγά να κοιμηθώ νωρίς..!", απάντησε δήθεν νυσταγμένα ο Ιάκωβος κι αποχώρησε. Κι ο νεαρός παρέμεινε εκεί, με μόνη συντροφιά τη νύχτα.

"Τι ξεχωρίζει τα Φλώρια από τα Παλικαριανά  αλήθεια, με μια δεύτερη ματιά;", σκέφτηκε ο νεαρός που δεν ήταν πια από τα Φλώρια, μα από τη Γης.
"Να βρίσκεις την ουσία και το αληθινό, ακόμη κι αν τραβάς μονάχος σου αντίθετα απ' όπου όλοι οι υπόλοιποι τραβάνε. Και να παλεύεις γι' αυτό, τότε είσαι παλικάρι", του απάντησε μια φωνή, μα δεν μπόρεσε να καταλάβει από που. Κι αφού ο Ιάκωβος τον είχε αφήσει, μάλλον η φωνή θα ήταν από μέσα του.
"Όντως, αύριο θα είναι μια μεγάλη μέρα", σκέφτηκε κι έπεσε κατάχαμα να ξαπλώσει, κάτω από τον έναστρο ουρανό, χωρίς πια να τον νοιάζει αν θα χαλάσουν τα μαλλιά του ή τι θα σκεφτεί κανείς άμα τον δει. Και καθώς κοιτούσε προς τα πέρα κι έκλειναν από τη νύστα τα μάτια του, είδε ευτυχισμένος όλες τις ταμπέλες να ξεθωριάζουν και να διαλύονται σαν αστρόσκονη στο πουθενά...



*Η ιστορία ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα των συγκεκριμένων χωριών του Δήμου Καντάνου της Κρήτης, πέρα από τη διαβολική σύμπτωση των ονομασιών τους

Tags: διηγήματα, χιουμοριστικά, κοινωνία


Πάνω. Στην επιφάνεια

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Βήμα ένα. Στο ημίφως. Καταγραφή κινήσεων, αρνητικό.
Σε πέντε μέτρα στρίψε δεξιά. Κουνήσου!
Ακούς θορύβους;
Με προσέχεις; Μην παίζεις με τα μεταλλικά κουτάκια, καθυστερούμε!
Τι κίνδυνος; Ε, που να ξέρω τι χρήση έχουν δυο μέταλλα. Δεν τρώγεται πάντως, άφησέ το κάτω.
Σε είδα. Για δείγμα μόνο αν θες να το πάρεις, όχι για ενθύμιο. Είπαμε, ήταν ανθρωπάκια. Εμείς μόνο μείναμε, τ' ακούς;
Μας πρόδωσαν, ναι. Χίλιες φορές σου το έχω πει, γιατί επιμένεις πια; Μ' αμφισβητείς, έτσι; Κοίτα γύρω σου!
Όμορφος πλανήτης παλιά, συμφωνώ. Τον είχα δει με επαυξημένη πραγματικότητα. Προβάλαμε νερό σε μια σπηλιά. Αχ, εκπληκτική δουλειά τότε! Έπρεπε να ήσουν από μια γωνιά να το καμάρωνες.
Ποιο νερό; Ε, ούτε εγώ δεν έχω δει ποτέ από κοντά νερό. Τρεχούμενο, αληθινό, αυτό έξω από τα αποστειρωμένα μπουκάλια. Αυτό ήταν πολύ παλιά. Κι εσύ θα ήσουν απλό σκυλί τότε, δε θα με καταλάβαινες. Το φαντάζεσαι;
Θ' άκουγα τις φωνές σου σα γάβγισμα κι ούτε που θα με απασχολούσε τι  σκέφτεσαι και τι χρειάζεσαι! Ω, τρομερή ανακούφιση θα ήταν!
Ναι, το έχετε παρακάνει. Σε λίγο θα επιλέγετε και τους ιδιοκτήτες σας ακόμη. Μη σκάβεις εκεί σου λέω! Δεν υπάρχει τίποτα πια εδώ, ακούς, τίποτα!
Ξέρω, το λουρί των προγόνων σου. Σου άρεσε πολύ. Έχουν περάσει διακόσια χρόνια όμως, κατάλαβέ το. Δεν υπάρχει ελπίδα... Όχι, δεν ήταν χρυσό, δε μπορεί ν' αντέξει. Γυάλιζε μόνο.
Μου έχεις ζαλίσει τ' αυτιά κι εγώ τρομάζω. Τρομάζω να είμαστε πάνω στην επιφάνεια τόση ώρα, πια. Αν κλείσει το τούνελ καταστραφήκαμε. Όσα λαγούμια κι αν σκάψεις, δε θα φτάσουμε σπίτι ποτέ.
Τελείωνε, πια... Βγήκε ο ήλιος και μου καίει την επιδερμίδα. Κι όχι, λες ψέματα. Πότε επέμεινα εγώ να 'ρθουμε εδώ πάνω;
Δε θέλω να μάθω.
Δε θέλω να μάθω.
Σταμάτα να διαβάζεις τη σκέψη μου. Ξέρω ότι δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό εδώ.
Κι όμως... Κάτι ακούω... Κάτι μας πλησιάζει!
Το ακούς κι εσύ;
Ακούς κι εσύ, πανάθεμα; Τα μάτια μου δακρύζουν από την ταραχή! Τι είναι, πες μου γρήγορα! Να χαρώ ή να κλάψω;
Σταμάτα να κουνάς την ουρά σου και πες μου! Τι βλέπεις;
Μα ναι... Κατσαρίδες. Έπρεπε να το περιμένω. Καμία πυρηνική καταστροφή δε θα τις άγγιζε.
Κουράστηκα να σου μιλάω φορώντας αυτή τη φριχτή μάσκα. Πάμε πίσω. Πάμε σπίτι τώρα αμέσως.
Ναι,
Λάθος συναγερμός.Ύπαρξη ζωής, αρνητικό.

Tags: Αταξινόμητα


Λευκή Σιωπή

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Απροκάλυπτα
Μα ήσυχα, πάνω απ' όλα ήσυχα
Σε μια γωνιά κουλουριασμένη ρίχνει δάκρυα, χωρίς σταματημό
Εξακολουθώντας ν' αγνοεί επιδεικτικά
Ό,τι ζωντανό την προσεγγίζει
Μονάχα μια κουβέντα της ζητάμε κι ούτε αυτό δεν έχει αξιωθεί!
Ούτε ένα ευχαριστώ που τόσο ασχοληθήκαμε
Να προσπαθούμε να μαντέψουμε οι άμοιροι τόσην ώρα...
Πάνε οι εποχές που ο μέσος άνθρωπος, εκτίμαγε το αγνό ενδιαφέρον
Μα, τι ρωτήσαμε πια; Ν' αδιαφορούσαμε καλύτερα;

Λοιπόν! Ας θριαμβεύσει η λογική! Διότι έχουμε και δουλειές και χρόνο να ξοδέψουμε
Σε πράγματα άλλα, ποικίλα κι υψίστης σημασίας
Τι σας συνέβη λοιπόν, δεσποινίς;;
Μα δε μιλάτε, πόσο περίλυπο
Μα δε θα έχετε κάτι να πείτε, προφανώς
Εμμέσως πλην σαφώς, αυτό αφήνετε να εννοηθεί
Λοιπόν;  Ακόμη τίποτε;
Α κρίμα τότε, θα βρούμε κάποιον άλλο να ξαμολήσουμε την απέραντη συμπόνια μας
Πώς; Περιέργεια κι όχι συμπόνια; Πως τολμάτε αναιδέστατη
Βέβαια δεν το είπατε, όμως αφήσατε να εννοηθεί με το βλέμμα
Α, τα ξέρω καλά εγώ αυτά τα βλέμματα
Σε πουλάν και σ' αγοράζουν, σε υποτιμούν με μια ματιά
Ε αφού δε μιλάς να υποστηρίξεις τα λεγόμενα, πάει να πει πως αληθεύουν!
Στην πυρρά λοιπόν, κυρά!

...Κι αν δε μιλάω γι' αυτό, μπορώ να  γράφω
Κι αν δε φωνάζω, φταίει που προτιμώ να ουρλιάζω
Να ουρλιάζω, να ουρλιάζω, φωνές φριχτές να ξεπηδάνε από τα μέσα μου
Ασθμαίνοντας να βγουν στην επιφάνεια
-Κι όμως δε βγαίνουνε ποτέ-
Δε στο πα; Ουρλιάζω, αλλά μονάχα από μέσα μου
Έξω, λευκή σιωπή
Έξω γλυκιά ηρεμία
Γιατί ο κόσμος είναι φτιαγμένος για σιωπές και συλλυπητήρια
Κι ένα ποτό, τσιγάρο, περασμένα ξεχασμένα κι όλα βαίνουν καλώς και καθώς πρέπει
Προσπερνάμε
Γιατί έτσι είναι η ζωή, έτσι κι ο θάνατος
Τα δάκρυα είναι γραφικά και το μελό ξεπερασμένο
Τώρα, η ζωή τρέχει! Που χρόνος για τέτοια
Υποχρεώσεις και λοιπά, τη θλίψη εξοστρακίζουν
Σε ένα σύμπαν παράλληλο, κρυφό από ανθρώπου μάτι
Κι ότι πονάει, θάβεται
Κάτω από μια λευκή μαρμάρινη πλάκα, μαζί με αναμνήσεις
Κι έπειτα, βραδινή έξοδος
Σα να μη συνέβη τίποτε
Τίποτε το αξιόλογο
Τίποτε το αξιοθρήνητο
Δώστε λοιπόν και πάλι τα σκήπτρα στη προσφερόμενη ηλιθιότητα
Κι ίσως αυτή να σας χαρίσει κάποιο χαμόγελο
Γιατί γι' απόψε, σ' αυτή τη μικρή γωνιά του πλανήτη
Το γέλιο στέρεψε για λίγο
Για τόσο λίγο
Και πάλι έπειτα
Πίσω στην καθημερινότητα
Κι ούτε θρήνος, ούτε "γιατί"
Μονάχα απέραντη, λευκή
Κατάλευκη σιωπή
Μέχρι κι αυτή να γίνει πάλι ένα
Με του κόσμου τη βουή και την αβρότητα
Κι ούτε λευκή, ούτε σιωπή θα είναι πια
Μα θα 'ναι φυσιολογικότητα!
Κι αλίμονο σ' αυτόν που προτιμάει
Να κινείται έξω από τη νόρμα...
Εμπρός, λοιπόν, πυρρά!
Κάψτε κάθε αμφιβολία
Καλύψτε με τα εφέ σας την αλήθεια
Γιατί ο άνθρωπος, κυνηγάει μόνο την επιτυχία! Και την ευτυχία, πως την αγαπά!
Μα γι' ανθρωπιά κι αξιοπρέπεια ή αλληλεγγύη ούτε λόγος
Κι ότι του δυσκολεύει λίγο τη ζωή, λες κι είναι ο χάρος τ' αποφεύγει
Κλειδαμπαρώνει πόρτες και παράθυρα για να τ' αφήσει απέξω
Και να κοιμηθεί ύπνο γλυκό, ύπνο ελαφρύ
Κι αν δε μπορεί, θα βοηθήσει κάποιο χάπι
Και όλα στην εντέλεια ξανά
Μόνο που όλο φοβάται πως στην επόμενη στροφή, παραμονεύει δυστυχία
Πως όχι; Όταν ούτε κατάματα να την αντικρίσει ούτε να την παλέψει, δεν τολμά;
Ωστόσο σταματώ εδώ, λόγια πολλά, λόγια βαριά
Λόγια δίχως λογική φύγαν από κοντά μου
Ας δώσουνε καλύτερα τη θέση τους και πάλι στη σιωπή
Και ίσως, τότε, ξαναρθεί
Σε τούτη τη γωνία λευκή γαλήνη...

  

Tags: Αταξινόμητα


Μονοπάτια του Μυαλού

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Στα μονοπάτια του μυαλού,
βαδίζω εγώ.
Βαδίζεις εσύ.
Μοναχικοί διαβάτες σε πορείες παράλληλες,
που έχουμε φωνή μα δε φωνάζουμε.
Που ψιθυρίζουμε στον αέρα μονάχα λέξεις,
μήπως μας εξιλεώσουν για την πεζή καθημερινότητά μας,
για όσα χρωστάμε στην ίδια μας την ύπαρξη.
Σκορπάμε τη μελαγχολία μας σε πλήκτρα και χαρτιά
για να ξαναβρούμε μες το σκοτάδι την αρχή του νήματος,
Ώστε να βγούμε και πάλι περήφανα στο φως.
Και για να συνειδητοποιήσουμε, ίσως, στη διαδρομή,
πως το σκοτάδι έχει κι αυτό τη δική του,
Μοναδική ομορφιά.

Tags: Αταξινόμητα


Ασημένιο φεγγάρι

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Είμαι χομπίστας
Μα είναι ίσως το χόμπι μου παράδοξο
Τις νύχτες χορεύω στον πάγο
Διαλύω χάρτες
Φτιάχνω συντρίμμια και τους χαρίζω χαμόγελα
Βάφω γυαλιά
Πλάθω καρφιά
Κι έπειτα, περήφανη, μαζεύω τα παράξενά μου δημιουργήματα
Μέσα σ' ένα χαρτόκουτο, φτιαγμένο απ' τις σελίδες της ζωής μου
Το βάφτισα μια μέρα σελιδόκουτο
Και με καταράστηκε γι' αυτό
Όχι για το όνομα, όχι
"Μα μια τελετή τοιαύτης επισημότητος
 Είν' ανεπίτρεπτο να πραγματοποιηθεί
Κάτω απ' το φως του ήλιου"
Αυτό θυμάμαι, αυτές τις λέξεις έσταξε τελευταίες το μελάνι πάνω του
Κι έπειτα, ο χώρος μου τελείωσε
Δεν περίσσεψαν άλλες λέξεις ή χαρτιά
Έτσι κι εγώ, από τότε κι έπειτα
Ολημερίς γεμίζω τ' όμορφό μου σελιδόκουτο
Με τα δυσεύρετά μου αντικείμενα
Και κάθε νύχτα σαν κι αυτή
Σπάω τα χρώματα σε χιλιάδες κομμάτια
Για να το χρωματίσω
Και για 'μένα απομένει μοναχά το μαύρο
Του χαρίζω απλόχερα όλα μου τα στολίδια 
Και μου υπόσχεται σ' αντάλλαγμα ένα ασημένιο ολόγεμο φεγγάρι
Που όταν μια νύχτα σαν κι αυτή
Μες τη φωτιά θα εξαγνίσω το κουτί
Από τις στάχτες του θ' αναδυθεί εκείνο το υπέρλαμπρο φεγγάρι
Θα το κρεμάσω στο μαύρο μου
Και θα γεννηθεί από το είναι μου καινούρια νύχτα
Μα τώρα που το σκέφτομαι
Ίσως, τελικά, να μη μου τάζει και πολλά
Σα μανιακή να κυνηγάω αυταπάτες
Γεμίζω αδειάζω κουτιά
Γεμίζω αδειάζω ζωή
Κι όλα αυτά για ένα ασημένιο φεγγάρι
Μα είναι η δουλειά μου αυτή, αγαπητοί
Κι ο προορισμός μου, ίσως
Δε σας συστήθηκα, νομίζω, τελικά
Είμαι χομπίστας
Μα είναι το χόμπι μου θανατερό
Τις νύχτες κρεμιέμαι από μισοφέγγαρα
Δένω στη μέση μου μια ζώνη διάφανη
Κλείνω τα μάτια, παίρνω φόρα
Αφήνω το φεγγάρι μου και χάνομαι στο πουθενά
Κι όταν η αδρεναλίνη φτάσει στα ύψη
Κι εγώ φτάσω στο τέλμα
Μάλλον είναι πλέον κάπως αργά
Για να τα ξανανοίξω
Θα πει κανείς, γιατί φεγγαροβουτιές
Ενώ μπορείς να καίγεσαι απ' τις ακτίνες κάποιου ήλιου
Όμως στο μονοπάτι για τον ήλιο με τύφλωσε το φως
Κι αμέσως έτρεξα ξανά προς το φεγγάρι
Πίστεψα πως μόνο έτσι υπάρχω
Ωστόσο τελικά, κοιτάζοντας το σελιδόκουτο πια μέσα στη φωτιά
Χωρίς στις στάχτες του ν' αφήνει απ' το φεγγάρι ούτε σκιά
Συνειδητοποιώ ότι υπάρχω κι έτσι τελικά.
Ήμουν χομπίστας. Χάρηκα.

Tags: Αταξινόμητα


Το χθες

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Κι όταν
Μια μέρα ξέμπαρκο το πλοίο θα σε φέρει
Τότε και πάλι θα μου πεις
"Απ' όλα τ' απροσδόκητα, το χθες φοβάμαι πιο πολύ"
Μα εγώ δε θα ρωτήσω
Λιγάκι θα συμμαζέψω την αλλοιωμένη σου αύρα, μονάχα
Για ύπνο θα σε βάλω, κάτω από σκεπάσματα ανάλαφρα και κουβέρτες ζεστές
Κι η θάλασσα θα σε νανουρίσει γαλήνια
Έπειτα στον παγωμένο αέρα θα βγούμε
Για να ξετσαλακωθεί η όψη σου
Και πάλι ξεπροβόδισμα, στο δρόμο της επιστροφής
Μ' ένα λευκό πανί στο χέρι, λευκό για να βαφτεί το μέλλον σου
Έστω για λίγο, για τόσο λίγο
Κι όταν
Σημείωμα ευχαριστήριο στην πόρτα μου αντικρίσω
Ούτε που θα το διαβάσω, θα το δεις
Ευθύς στον κάδο με τα υπόλοιπα
-Κοίτα να δεις, μαζεύτηκαν πολλά-
Και δε θα με ρωτήσεις το γιατί
Γιατί θα έχεις ήδη γίνει χθες
Κι είν' εύκολο καμιά φορά, το παρελθόν ν' αλλάξει όψη
Σε δεύτερη ανάγνωση
Σε τρίτη
Σε χιλιοστή
Τόσο ώστε το χτες να γίνει σήμερα
Και να γαντζώσει τα νύχια του στο αύριο
Έτσι κι εγώ, όπως τότε κι εσύ
Στην πόρτα θα γυρίσω δυο φορές το κλειδί
Γιατί απ' όλα τ' απροσδόκητα
Το χτες φοβάμαι πιο πολύ...

Tags: Αταξινόμητα


H τέχνη του να σκέφτεσαι αρνητικά

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Σου θυμίζω πως θα μείνω
Θ' απομείνω από τους λίγους
Εκείνους, που του νου φωτιές δε σβήνουν
Κάθε βράδυ θα πετάγομαι στον Άδη
Κι ας με πνίγει το σκοτάδι, ας τρομάζω απ' τις σκιές
Για να μην εκποιηθεί η ύπαρξή μου
Στη ζωή μου προτιμώ κακοτοπιές
Παρά να βλάψω για ν' αντέξω ή ν' ανέβω
Και αν απορώντας πλησιάσεις πιο κοντά
Για να ρωτήσεις για όλα αυτά και τί κερδίζω
Ίσως τις λέξεις να μη βρω να στο εκφράσω
Μα έχω μια τέχνη να σου διδάξω
-Αν αντέχεις τη φθορά-
Μια τέχνη που 'χει αδερφή την τρέλα
Και συγγένειες στου πόνου τα στενά
Κι αυτή δεν είναι άλλη από την τέχνη,
Την τέχνη του να σκέφτεσαι αρνητικά...

Tags: Αταξινόμητα


Το νούμερο 127

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Έρχεσαι πάντα νύχτα και χάνεσαι στο φως
Μια παρουσία αόρατη, μα η διαίσθηση, σαφώς
Μου μαρτυράει πως ξανά απόψε θα περάσεις
Στο σκοτεινό δωμάτιο για να μ' αποτελειώσεις
Αφού το ξέρεις πια καλά πως μ' άφησες σημάδια
Στο σώμα ανεξίτηλα
Και μέσα σου πως κουβαλάς
Κάτι από εμένα
Κι έτσι τον ύπνο μου στερείς και το απολαμβάνεις
Που μου 'ναι τόσο δύσκολο να σε ξεφορτωθώ
Το αίμα μου πίσω να πάρω
Ώστε τη μέρα μου να συνεχίσω
Για μια φορά κι εγώ, έτσι, ανώδυνα
Μα πως να το κατόρθωνα
Σε νιώθω, μα δε σε βλέπω
Σ' ακούω εδώ, μετά εκεί
Κι έπειτα πάλι ξαφνικά
Να χάνεσαι μες τη σιωπή
Και τι νομίζεις, δηλαδή;
Πως πάντα θα είσαι ο νικητής τούτης της αναμέτρησης;
Ε τότε σε πληροφορώ, δεν ήσουνα το πρώτο
Ούτε το τελευταίο
Ήσουνα μοναχά
Το κουνούπι Νο127.
Πανάθεμά σε, σατανά, πάλι βραδιάτικα.
Πάλι για 'σε ξαγρύπνησα και πάλι με νικάς.
Την τύχη μου ανάθεμα, πετούμενο της συμφοράς.
Κουνούπι απ' τα πολλά, μεζέ να με γλεντάς.
Και αν αισθήσεις είχα επτά, θα διάλεγα το να μπορώ
(Παράνοια, τ' ομολογώ)
Τη σκέψη του Νο127 για λίγο να διαβάσω
Κι αν από αυτά που σκέφτηκα
Θ' άντεχε τα μισά.
Κι εφόσον δε στάθηκα άξια να το εξολοθρεύσω,
Όπλο τις λέξεις κάνω, ώστε να το εξοντώνω
Έστω, μέσα μου, κάθε φορά.
Μα όμως πού να φανταστώ
-Του κόσμου τα παράλογα-
Όσες φορές κι αν σκοτωθεί
Εδώ θα ζει αιώνια.
Αντίο, 127. Με νίκησες διπλά.

Tags: Αταξινόμητα


Αδιέξοδο

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

"Γιατί; Γιατί;
Θ' αναρωτιέμαι πάντα
Τη μοίρα σου ποιά αιτία, άραγε, σε παρέσυρε
Να την προκαλέσεις έτσι απροκάλυπτα
Σα να 'σουν ο χειρότερος εχθρός σου
Κι αντί διέξοδο να ψάχνεις για να βρεις
Του κόσμου όλα τα εμπόδια χτίζεις στον πηγαιμό σου
Προδότης του εαυτού σου;
Τάσεις καταστροφής;
Μα εσύ όλο μου γελάς, σαν να 'χεις κάτι να πεις
Μα δεν το λες το ρημάδι
Πες μου τι δε μπορώ
Με το φτωχό μυαλό μου να το αντιληφτώ
Κι ίσως να σε νιώσω
Για μια φορά κι εγώ."
Τότε και πάλι γέλασες
Καθάρια, δυνατά
Χαίρεσαι που προκαλείς την απορία;
Η απλώς
Ούτε που πρόσεξες τα λόγια μου, ασφαλώς...
Μ' αμέσως με διέψευσες
Όλα τα 'χες ακούσει
Το πρόσωπό σου έστρεψες
Κι είπες ψιθυριστά:
"Φταίει, να
Που δεν έχεις καταλάβει ένα πράγμα για εμένα
Πως όταν παγιδεύομαι σε λαβύρινθους
Δημιουργώ γκρεμούς..."

Tags: Αταξινόμητα


Εν ψυχρώ

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Όσο ζω δε γράφω
Κι όσο γράφω δε ζω
Στις δυνατές εκείνες τις στιγμές,
Μολύβι αν τολμούσα να 'πιανα θ' αφάνιζα κάθε μαγεία
Γι αυτό και βλέπεις τα γραπτά μου καταθλιπτικά
Γιατί οι όμορφες στιγμές στροβιλίζονται με χάρη στον αέρα
Σ' αγγίζουν πεταχτά στην καρδιά
Κι έπειτα εξανεμίζονται
Ενώ οι δύσκολες
Οι δυσβάσταχτες
Ξορκίζονται μέσα από τις λέξεις
Για να αναγεννηθεί έπειτα ο ήρωας μέσα από τη στάχτη
Σαν ένας άλλος Φοίνικας
Μα πλέον να διατηρώ τις αποστάσεις δεν αντέχω
Είμαι μέσα σ' όλα κι όχι παρατηρητής έξω από αυτά
Γι αυτό και έθαψα μέσα μου
Τον συγγραφέα
Για να γεννήσω
Τον ποιητή
Όμως θα πρέπει κι εκείνον να τον εξοντώσω
Αφού με λέξεις και φαιά ουσία μοναχά
Ο άνθρωπος δεν επιβιώνει
Στον ύπνο μ' ένα μαξιλάρι, λοιπόν, θα τον πάψω
Ώστε να ξυπνήσω πάλι
Την ιδιότητά μου εκείνη
Με τις υποχρεώσεις
Εκείνη, με τις ανάγκες
Εκείνη
Του φοιτητή
Που πιθανότητα
Θα καταλήξει ένας ακόμη άνεργος πτυχιούχος
Που δε θα έχει καν την πολυτέλεια να σιχαθεί το επάγγελμά του
Καθώς δε θα μπορέσει να το εξασκήσει εντός συνόρων και ποτέ
Κι αν θα το κάνει
Θα' ναι για ένα κομμάτι ψωμί κι ένα μπουκάλι αλκοόλ
Για να ξεχάσει
Πως κάποτε μέσα του
Διέπραξε έναν φόνο
Και κράτησε τον εργαζόμενο
Για να εκτελέσει εν ψυχρώ τον καλλιτέχνη
Κι όλα αυτά
Για ένα κομμάτι γη
Που δε θα του ανήκει και δε θα του άνηκε και ποτέ
Κι αντί όλο το σύμπαν ν' αγκαλιάσει
Να μουχλιάσει αντ' αυτού σε μια γωνιά του
Λουφαγμένος μα ευτυχής
Χωρίς ενοχές ή ίχνος ντροπής
Αφού έχει, έστω, αυτό
Αυτό που τον κρατάει
Στους τύπους ζωντανό...

Tags: Αταξινόμητα


Παρα-ποίηση

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Πέταξα
Το πένθιμο μαύρο
Και το καφέ αγκάλιασα, του ξύλου και της άμμου
Να γίνω ένα με τη γη και το χώμα
Χαμένη μες το διάφανο του αιθέρα
Κι ίσως, ακόμη, κράτησα
Λιγάκι μόνο πράσινο
Εκείνο της χλωρίδας
Της άνθησης, της ανάπτυξης
Έτσι, έγινα κι εγώ
Ένα κλαρί του πλανήτη που, συνέτυχε, να δεις,
Να συμβαδίζουμε παρέα προς το άπειρο
Μόνο που κάτι ξέχασα
Κι έμελλε να γίνει αυτό καταστροφή μου
Τη βραδιά που αποφάσισα
Να κάψω το Εγώ μου στη φωτιά
Για να γίνω ένα με τον παλμό του σύμπαντος
Ξέχασα πόσο βαθιά όλοι σας μισείτε
Πως θέλετε, σκοπό ζωής σας έχετε,
Να καταστρέψετε
Αργά κι επώδυνα
Και τούτον εδώ τον πλανήτη
Και όπου αλλού μπορούν να φτάσουν
Τα αλαζονικά σας βήματα
Μακριά ως το φεγγάρι
Ακόμη και στον Άρη
Όπου υπάρχει ομορφιά, να την μολύνετε
Όπου υπάρχει αθωότητα, να την βιάσετε
Γιατί το Εγώ σας τρέχει πιο γρήγορα
Κι από την ταχύτητα του φωτός
Και τώρα να, πώς έμπλεξα, ο δρόμος ο δικός μου
Και η πορεία του κόσμου
Τώρα που γίναμε ένα
Βαδίζουμε εν τάχει προς την καταστροφή
Μια ωρολογιακή βόμβα στα χέρια σας
Πνιγμένη σε καπνούς και καυσαέρια
Και τούτα εδώ τα λόγια, όχι, δεν είναι ποίηση
Μια παραποίηση μονάχα της πραγματικότητας
Του ψεύτη κόσμου που ανασαίνει μπετόν
Πιο ψεύτικου ακόμα
Κι από τις πλαστ(ικ)ές ταυτότητές σας
Ψάχνω, έστω και τώρα, μάταια,
Στο ουράνιο τόξο να βρω και άλλα χρώματα
Μα μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα
Κινούμαι μοναχά
Απ' το καφέ στο μαύρο
Κι από το μαύρο στο λευκό
Μα πάλι γκρίζο γίνεται,
Ποτέ του γαλανό..

Tags: Αταξινόμητα


Ραγίσματα

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

"Έχω μια πορσελάνινη κούκλα,
Στο ανέφερα άραγε ποτέ;"
"Δε με νοιάζει", είπες τότε
Κι εγώ νομίζω σου απάντησα:
"Ωραία, αφού τόσο πολύ λοιπόν το θες
Θ' ακούσεις την ιστορία του δικού της χθες".
Κάπως δυσανασχέτησες
Έτσι κι εγώ συμπέρανα
Πως ανυπομονείς
Την ιστορία της πορσελάνινης της κούκλας μου ν' ακούσεις.
Χωρίς να χάσω άλλο χρόνο,
Είπα να ξεκινήσω.
"Έχω μια κούκλα
Που ξέρει χίλιες λέξεις
Και όλες τις αρθρώνει ολοκάθαρα.
Λατρεύει το εδώ, το τώρα, το χθες
κι άλλες λέξεις όμορφες όπως το μαζί".
"Σου λέω δε με νοιάζει".
"... Μπορεί να πει ό,τι ζητάς,
Ζει για τις εντολές σου
Μονάχα σε δυο λέξεις δυσκολεύεται πολύ".
Κι εσύ χαζά με κοίταξες και μου 'πες:
"Δηλαδή; Αγάπες και λουλούδια μήπως δε θέλει να πει;"
"Δεν είναι πως δε θέλει, είναι πως της ραγίζουν
Λίγο λίγο τη φορά
Το όμορφο φινίρισμα στην επιφάνεια
Κι έτσι όλο ασχημαίνει
Και γίνεται μια πορσελάνινη γριά.
Μα όχι, δεν τις πέτυχες τις λέξεις τελικά".
Τότε το ξανασκέφτηκες
Μα η σκέψη αυτή σε κούρασε
Και βιάστηκες να φύγεις γρήγορα.
"Λυπάμαι δεν το βρίσκω. Λυπάμαι έχω δουλειά", είπες και πλάτη γύρισες.
Τότε κι εγώ απ' την κούκλα μου
Διάλεξα δύο λέξεις
Για να στις πει αχνά.
Ψέλλισε "Δεν πειράζει"
Και ράγισε ξανά.

Tags: Αταξινόμητα


Η φυγή

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Στην αρχή, έφυγα να ξεχάσω.
Κάπου προς το τέλος, ξέχασα γιατί έφυγα.
Και να 'μαι τώρα, χιλιόμετρα μακριά, αποστερημένη μια εστία
-ένα καταφύγιο βρε αδερφέ για σιγουριά-
να περιφέρω την ύπαρξή μου στα σοκάκια,
προσπαθώντας να καταλάβω ότι. Και διότι.
Δε με χωράει ο τόπος, για την ακρίβεια,
καθώς μια βραδιά παράφαγα
και -κοίτα να δεις σύμπτωση-
στένεψαν όλες οι πόρτες κι οι διέξοδοι ταυτόχρονα.
Και μια λύση ίσως θα έδινα,
μα το μυαλό μου είναι από καιρό εκτός λειτουργίας ώστε να.
Έτσι, εξακολουθώ να περιφέρομαι κάπως έτσι, χωρίς λόγο που να,
ωσότου με τραβήξει ένα χέρι μπορεί στα τυφλά
και να με οδηγήσει στο σπιτικό ξανά.
Στην ασφάλεια, τη θαλπωρή,
τη στασιμότητα.
Μα μάλλον δεν, είμαι από κακής ποιότητος μέταλλο
και σκουριάζω ταχύτατα, προτού καμιά φορά.
Γι αυτό, ίσως λέω ίσως,
να μην επιστρέψω και ποτέ.
Και, ίσως πάλι ίσως,
ποτέ μου να μην έφυγα...

Tags: Αταξινόμητα


Ο θλιμμένος

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Στεκόταν
Στο παράθυρο θλιμμένος
Ώρες τώρα
Μέρες, μήνες, χρόνια τώρα
Περίμενε περίμενε
Μ' ένα τσιγάρο στο χέρι
Κοιτώντας στα κλεφτά προς το δρόμο
Πάντα προς την ίδια κατεύθυνση
Πάντα όταν δεν τον παρατηρούσε κάποιος
Ώσπου κάθε μια απ' τις πανομοιότυπες μέρες του τελείωνε
Για να δώσει τη σειρά της στην επόμενη
Περίμενε, λένε, Εκείνη
Εκείνη που του 'βαλε μια νυχτιά φωτιά στην ψυχή
Όχι στο σώμα, αυτές είναι φωτιές που σβήνουν γρήγορα
Μ' ένα πυροσβεστήρα, ίσως, ή μ' ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπο
Μα αυτή η φλόγα ήταν άλλου τύπου
"Μα τι του' χει κάνει πια η κακούργα"
Λέγαν όλοι
Γιατί τον έβλεπαν
Κάθε μέρα και ώρα εκεί, στο παράθυρο
Όσο κι αν κοίταζε κλεφτά
Όσο κι αν δεν έδειχνε πόσο την καρτερούσε
Όλοι το βλέπαν
Όλοι το νιώθαν εκεί μέσα, στο σκοτεινό δωμάτιο του χώρου εργασίας
Ακόμη και οι τυφλοί στο δρόμο κάτω, άκουγαν τις άηχες κραυγές του
Για την αχάριστη
Κι όλοι προσπαθούσαν να μάθουν τ' όνομά της
Και πώς, επιτέλους, κατόρθωσε να εξαθλιώσει έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο
Μα κανένας δεν ήξερε
Κανένας δε θυμόταν
Κι έτσι κι εγώ, από περιέργεια και μόνο
Τρύπωσα μια μέρα στο γραφείο κρυφά
Να δω πού επιτέλους κοιτάζει ο μυστηριώδης αυτός άνθρωπος
Και τί ψάχνει με τις άκρες των ματιών του τόσο επίμονα να βρει
Στάθηκα στη θέση του
Άναψα το αποτσίγαρό του
Ώσπου μια θλίψη μ' επισκέφτηκε ξαφνικά
Κι έπειτα το γραφείο γέμισε, μα δεν τους πρόσεξα ούτε με πρόσεξαν - ευτυχώς -
Είχαν τόσο πολύ συνηθίσει μια φιγούρα να στέκεται άσκοπα στο παράθυρο, βλέπεις
Κι έτσι επικεντρώθηκα στο στόχο μου
Να δω τί είναι αυτό που επιτέλους κοιτάζει
Στο τέλος τα κατάφερα και είδα, πια,
Απέναντι στο δρόμο
Μια γυναίκα
Ή κοπέλα, αδιευκρίνιστη η ηλικία της
Και να δεις κάπου την ήξερα λέει
Την έλεγαν την έλεγαν
Εγώ...

Tags: Αταξινόμητα


Το Κάτι

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ό,τι κρύβεται δεν παραμένει κρυμμένο για πολύ
Ούτε για λίγο
Ούτε για πάντα
Ξεπροβάλλει κάποια στιγμή
Στην αρχή δειλά κι έπειτα
Μεθυσμένο από την ανάσα του οξυγόνου στα πνευμόνια του
Μπλεγμένο με τα μεθυστικά αρώματα της φύσης
Ξετρυπώνει απ' το λαγούμι του υπνωτισμένο
Άφοβο πια
Ποτισμένο με την επιθυμία της ζωής
Να μη θέλει να ζει στην ανυπαρξία πια
Κι ούτε βλέπει τη φάκα
Ούτε τους χιλιάδες κυνηγούς που παραστέκουν έξω απ' το λαγούμι του
Περιμένοντας να το κατασπαράξουν
Σαν έτοιμοι από πάντα
Σαν το πιο δυνατό πάθος
Σαν τον ακριβότερο μεζέ
Κι αυτό πια ξεχνάει όλα τα λόγια
Τις λέξεις, εκείνων που το προστάτευαν
Που του 'λεγαν να φυλάγεται από τον κόσμο
Γιατί ο κόσμος είναι αχόρταγος και δε θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει
Ένα κρυμμένο Κάτι
Θα το ξετρύπωναν μόνο και μόνο
Για να γίνει ένα φανερό Τίποτα
Πάλι στον έλεγχό τους
Πεταμένο έξω από το παραμύθι, στα γκρεμισμένα τείχη των μύθων
Και των ιπτάμενων ευχών
Σε ψηλά βουνά
Που αγναντεύουν περήφανα τη φύση
Όχι, το Κάτι δεν έχει φτερά
Δεν είναι πετούμενο ή αερικό για να τους φτάσει
Και να τους ξεπεράσει
Να φτάσει ένα βήμα πιο κοντά στα ουράνια
Το Κάτι είναι καταδικασμένο να εξανεμιστεί στο Πουθενά
Μόλις κάποιος ανίδεος διαπράξει την ενέργεια της αποκάλυψής του
Καλοπροαίρετα κι όχι με φθόνο
Για να το δουν και να το θαυμάσουν όλοι
Ξεχνώντας πόσο δηλητήριο κουβαλάει πίσω απ' τα όμορφα προσωπεία του ο κόσμος
Το Κάτι είναι καταδικασμένο στο Τίποτα
Γυμνό και απροστάτευτο
Μόλις κάποιος μιλήσει, ή φωνάξει, η ψιθυρίσει γι' αυτό
Δηλαδή
Ουπς,
Μόλις Κάτι σκότωσα...

Tags: Αταξινόμητα


Οι τρεις μπάλες

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Μπροστά στον καθρέπτη καθώς στεκόμουν
Παρατήρησα
Όχι εμένα
Ούτε το χαμένο μου βλέμμα σε σκέψεις μακρινές
Σκέψεις που αναρωτιούνταν για τους νόμους της εφικτότητας, ίσως
Το μόνο που είδα
Ήταν τρεις μπάλες ζογκλέρ
Που με μηχανικές κινήσεις
Τις χειριζόταν ο εαυτός μου, μάλλον
Άλλαζαν θέση συνεχώς, άνοδος κάθοδος άνοδος κάθοδος
Απ' το ένα χέρι στο άλλο και πάλι πίσω
Σχεδόν χορευτικά
Καθηλωμένες στο ρυθμό της μουσικής
Που προερχόταν από το βάθος του δωματίου
Ή από το μυαλό μου μέσα
Κοιτούσα ξανακοιτούσα
Ώσπου ξαφνικά αναρωτήθηκα
«Μα, πως γίνεται να μην πέφτουν τόση ώρα;»
Κι αυτό ήταν
Η απορία πέρασε σα ρεύμα στα άκρα μου απευθείας
Και μεταλλάχτηκε σε αμφιβολία σε χρόνο μηδέν
Ως αποτέλεσμα
Σμπαράλια όλα
Οι τρεις μπάλες να κείτονται στο πάτωμα 
Ταραγμένες από την απότομη πτώση
Ώσπου συνειδητοποίησαν κι αυτές με τη σειρά τους
Πως η βαρύτητα τις θέλει κάτω
Πως δε γίνεται για πάντα να πετούν
Έτσι συμβιβάστηκαν με τη θέα από το πάτωμα
Κι οι νόμοι της εφικτότητας
Πήγαν στα τσακίδια

Tags: Αταξινόμητα


Ένσταση

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Παράλογα
Δεν είναι όσα βιώνουμε μέσα και γύρω μας την κάθε μέρα
Παράλογη είναι μονάχα η αντίφαση
Με εκείνα που δε θα πραγματώσουμε ποτέ
Κι αυτό γιατί μπήκαν σε δεύτερη μοίρα, προσωρινά
Κι από τη δεύτερη μοίρα έπειτα, ξεπέσανε σ' εκείνη του επαίτη
Εκείνα τα οράματα, που σαν κοινωνικά αποβράσματα τώρα πια
Παραπετόνται στο περιθώριο, δίπλα στους κάδους των σκουπιδιών
Δακτυλοδεικτούμενα τέκνα ενός παράνομου έρωτα
Της ποίησης με την καταπίεση
Που, άβγαλτα καθώς ήτανε, εγκλωβίστηκαν μια νυχτιά
Στα δίχτυα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού
Κι αποτράβηξαν τις ενοχικές τους απολήξεις
Μακριά από την αμόλυντη πολιτεία που τα ανέχεται
Εγκαταλείποντας για τα καλά τη μάχη
Για τη διεκδίκηση του αυτονόητου
Για το δικαίωμα στην επιβίωση
Κι από την απέναντι όχθη, στεκόμαστε και τα παρατηρούμε εμείς
Πάντοτε με μάσκα και σε απόσταση ασφαλείας
Εμείς, που' χουμε το προνόμιο να' χουμε σάρκα και οστά
Κι όχι να 'μαστε ιδέες σε κάποιο παρανοϊκό μυαλό
Κάποιου τροφίμου σε ψυχιατρείο ή πληρωμένου δολοφόνου
Εμείς, που μια ωραία πρωία
Γεννιόμαστε πεθαίνουμε
Προϊόντα μες τα προϊόντα
Προϊόντα που καταναλώνουν άλλα προϊόντα
Σε έκπτωση ή μη, μικρή η σημασία
Κι έτσι και οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους
Με τον εαυτό μας τον ίδιο
Καταναλωτικό όργιο δίχως τέλος κι αρχή
Ασθμαίνουμε αγκομαχώντας, θηράματα της εξαθλίωσης
Γεννήματα θρέμματα της ξευτίλας αυτοπροσώπως
Και πού και πού, σπάει τη μονοτονία μας μια κλισέ ατάκα
Του τύπου «Τα όνειρα είναι για τους νέους»
Ένσταση κύριε πρόεδρε, τα όνειρα είναι προνόμιο
Μόνο για τους αφελείς
Που μπορούν να πεισθούν ακόμη και τώρα
Πως ένα καλύτερο αύριο θα ξημερώσει, έτσι, από μόνο του
Τα όνειρα είναι επίσης για τους κοιμισμένους
Που ποτέ δεν ξύπνησαν για να καταλάβουν κάποια διαφορά
Μα πάνω απ' όλα
Τα όνειρα είναι για τους σχιζοφρενείς εραστές της τρέλας
Που πάση θυσία παλεύουν να τα κάνουν πραγματικότητα
Και που αν δεν τα καταφέρουν, θα τα βιώσουν σα να 'ταν.
Ας πιούμε σ' αυτούς.

Tags: Αταξινόμητα


Μαύρο μαντίλι

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Απόψε θέλω να μου δέσεις τα μάτια μ' ένα μαντίλι μαύρο
Κι όταν ελεύθερα τ' αφήσεις, να έχω βρεθεί στην παραλία
Πήγαινέ με όταν και οι τελευταίοι θα έχουν πλέον φύγει
Το φεγγάρι να λάμπει κάπου ψηλά
Κι εμείς, σαν πυγολαμπίδες να φωτίζουμε τη νύχτα
Με τις ψυχές μας τις φλεγόμενες
Εκεί να με αφήσεις
Κι έπειτα εγώ επίμονα να σε ρωτάω
Και να ζητάω εξηγήσεις
Γιατί γαμώτο ζούμε έτσι
Γιατί υπάρχουμε γενικά
Ποιός είσαι κι από την ύπαρξή σου τι ζητάς
Ποιούς φόβους να διαλύσεις πολεμάς
Εκφράσου μια φορά ελεύθερα
Κι όταν με σένα βαρεθείς, σε μένα να μου πεις τί βλέπεις
Μονάχα μη μου πεις πως είμαι όμορφη
Ούτε καν να το σκεφτείς δε θέλω
Γιατί για σένα έχω άλλα σχέδια απόψε
Δες, τα μάτια μου λαμπυρίζουν, το πρόσεξες κι εσύ
Λαμποκοπάν όπως των τρελών πριν απ' την πτώση
Και ούτε που μπορώ να φανταστώ τι σ' έκανε να πιστέψεις
Πως διαφέρω, έστω και λίγο, από αυτούς
Μετάνιωσα, μη μιλάς καλύτερα
Όχι άλλες δικαιολογίες κι υπεκφυγές απόψε
Την αποστολή σου να επιτελέσεις σου ζητώ
Μα, τι αγενής! Ακόμη δε σου εξήγησα τι εννοώ
Να, είναι απλό, θα πάρει λίγο από το χρόνο σου
Και πολύ από τη ζωή μου
Θα το κατορθώσεις με τούτο το περίστροφο
Στον κρόταφο σημάδεψε, ξέρεις εσύ τον τρόπο
Το είναι σου έχεις σκοτώσει ούτε μια, ούτε δυο, μα χιλιάδες φορές
Γι' αυτό και σε επέλεξα, μετράει η εμπειρία
Εγώ λοιπόν θα ατενίζω το φεγγάρι κι εσύ την κάνη θα κοιτάς
Κι όλα θα πάνε κατ' ευχήν
Μια τελευταία λεπτομέρεια να σου διευκρινίσω, μοναχά
Αφότου υλοποιηθούν τα σχέδιά μου τα παράδοξα
Θέλω να βγεις στο δρόμο να φωνάξεις
Κρατώντας το περίστροφο περήφανα:
"Κοίτα κόσμε, δες εδώ
Δες τι παθαίνει όποιος με τον πλανήτη όπου βρέθηκε δε συμβιβάζεται
Κι όποιος τη λίγη γη που του δανείστηκε ν' αναπνέει, δε σεβάστηκε
Την ίδια ώρα που παιδιά στη Αφρική πεθαίνουν και λοιπές ιστορίες
Κι εσύ τι ζήταγες, μωρή;
Φτού σου, άπληστη πλεονέκτρα
Ακούς εκεί παράλογος παράδοξος άνθρωπος που ήτανε
Τόσοι τριγύρω νεκροζώντανοι
Κι αυτή να θέλει να ζήσει..."

Tags: αταξινόμητα


Φούξια

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Καρτερώ την έμπνευση την πόρνη
Μπας και κάνω τίποτε το χρήσιμο με την ύπαρξη μου απόψε
Μήπως λιγάκι ξεχαστώ, απ' όσα κατορθώνω ακόμη να ξεφεύγω
Ώρες την περιμένω κι ακόμη να φανεί
Έβαλα ουίσκι με πάγο, πολύ πάγο
Τα μαλλιά μου χτένισα κι έβαψα τα νύχια μου υπομονετικά
Φούξια, μπας και ξαναβρώ λιγάκι απ' το χαμένο μου ρομαντισμό
Μα έπειτα, για να χάσεις κάτι πρέπει να το είχες κάποτε
Περασμένα μεγαλεία, αντηχεί η συντριβή στ' αυτιά μου
Ήχοι σπασμωδικοί που χάνονται στη βουή και το σκοτάδι
Ήχοι υστερικοί, πλασμάτων αγνώστου ταυτότητας
Κάπου κάποτε γεννήθηκαν κι αυτά, ποιος ξέρει
Και ποιος νοιάστηκε να μάθει άραγε;
Πολύ σωστά, κανένας, ούτε κι εγώ θ' ασχοληθώ
Μια βόλτα κάνω λοιπόν ως την πλατεία
Η γκόμενα του περιπτερά μ' ένα τσιγάρο στο χέρι και χείλη κόκκινα, περιμένει
Και θα περιμένει και θα περιμένει
Κι ο περιπτεράς κοιτάζει τους δείκτες στο ρολόι, που κυλάνε άσπλαχνα
Σαν ποτάμια που δε στερεύουν ποτέ και πουθενά
Βιάζοντας το χώρο και το χρόνο
Εξανεμίζοντας κάθε προσπάθεια
Κάθε ελπίδα αντίστασης
Δεν αναπνέω σου λέω κάνε κάτι
Τι σου 'λεγα; Α, για τα παιδικά μου χρόνια
Πολλά τραύματα κουβαλάω, έτσι που λες
Τραύματα στα χέρια και στα γόνατα
Πονάει η κάθε πτώση, μόνο που πονάει για χρόνια καμιά φορά
Κι άμα ρωτούσαμε καμιά ψυχολόγο, ίσως να μας ανέλυε μερικές ψυχολογικές αηδίες
Για να με κάνει να νιώσω λιγότερο ένοχη που σκοντάφτω ακόμη σα μωρό παιδί
Και στραπατσάρω τα όμορφα φορέματα που η νονά μου ποτέ δε μου αγόρασε
Θα σου πω τα υπόλοιπα μια άλλη φορά, τώρα ο σφυγμός χάνεται
Κι η γκόμενα του περιπτερά ακόμη περιμένει
Ο πάγος στο ουίσκι έλιωσε κι ο χρόνος δε συγχώρησε
Τίποτα και κανέναν τελικά
Μόνο τους πολύ τολμηρούς
Κι ούτε απόψε δε θα ήτανε γραφτό να είμαι από αυτούς
Αρχίζω να μη νιώθω, να μη βλέπω
Ακόμη με διαβάζεις;
Συγχώρα με για τον πολύτιμό σου χρόνο, μα η μούσα μου μ' εγκατέλειψε
Για έναν ωραίο τυπά με μερσεντές
Κι εγώ όπως φαίνεται
Δεν είχα τίποτε το σημαντικό να σου εκμυστηρευτώ,
Ούτε κι απόψε...

Tags: σκέψεις


Σανδαλάκια

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Γλυκιά η άγνοια, γλυκιά και τιμημένη
στα όνειρα ζωή πώς δίνει, περπατώντας καμαρωτά,
με σιγουριά βαδίζοντας πάνω σ' ένα σκοινί αόρατο,
την ώρα που τα όμορφα υποδήματά της αγκαλιάζουν το πόδι
κι εκείνη με το μαγικό της ραβδάκι δημιουργεί και πλάθει
ότι ο νους ακόμη δεν το ξέρει πως επιθύμησε
ότι η πραγματικότητα ακόμη δεν συνέτριψε
Γλυκιά η άγνοια, γλυκιά έστω και ματωμένη
όταν μπότες και γαλότσες το χειμώνα τη λασπώνουν στους δρόμους,
ακόμη περήφανα, δες την, πως πασχίζει να σταθεί στα καλοκαιρινά της σανδαλάκια
αυτά που αφήνουν χώρο στον ήλιο, αφήνουν αέρα και πνοή
αυτά που λάσπες και καταιγίδες δε γνώρισαν, ούτε χιόνια
δε βαστάει το υλικό τους για τέτοια πράγματα
δε βαστάει η ψυχή τους τέτοια πράγματα
μονάχα ζουν στα καλοκαίρια
και τρέχοντας κρύβονται από τον κόσμο, τους χειμώνες
δε μάθανε ποτέ τι πάει να πει παγωνιά, το ευαίσθητο δέρμα τους δε θα τους άντεχε
μόνο σκοτάδι, της ντουλάπας το σκοτάδι το γλυκό και το προστατευμένο έχουν γνωρίσει
η άγνοιά τους αθώα και ονειρική
και γλυκιά
κυρίως γλυκιά
τόσο γλυκιά, που αφήνουν τους χειμώνες για τους άλλους
ενώ εκείνα περιμένουν ήσυχα και υπομονετικά
την τιμητική τους τα καλοκαίρια
κι ούτε που τα νοιάζει αν αναρωτηθεί κανένας πού ζούσαν -επιτέλους- τόσο καιρό...

Tags: καλοκαίρι


Τα πινέλα

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Με χάλασε ο κόσμος και τα χρόνια, μαμά
Όσα ποτέ δεν καταλάβαινα, να' σουν από μια γωνιά να έβλεπες, πώς τώρα στους άλλους τα εξηγώ
Όσα δεν έζησα και ποτέ δε θα προλάβω, σαν ιστορίες παλιές τα φύλαξα σε ντουλάπια σκονισμένα, στην παλιά μας αποθήκη
Θα γινόσουν σπουδαία ζωγράφος, έμαθα, μαμά
Το 'λεγαν φίλοι και γνωστοί, μας πώς να τους πιστέψω, όταν πινέλο δε σ' αντίκρισα ποτέ με μπογιά να λερώνεις
Είδα όμως σχέδιά σου έπειτα και τα θαύμασα, δικαίως σ' επαινούσαν
Θυμήθηκα αργότερα και το θείο, να προσπαθεί με μεράκι αληθινό να χτίσει την αποθήκη
Σα να 'ταν ο πιο ξακουστός κτίστης της υφηλίου
Μα απ' όσο γνωρίζω όλη του τη ζωή την πέρασε στο συνεργείο
Να επισκευάζει με τις ώρες όσα οι άλλοι χαλούσαν
Είδα και τον πατέρα μου να οδηγεί σαν επαγγελματίας κι έπειτα μαθαίνω πως, κάποτε, υπήρξε τέτοιος
Κάποτε, πριν καταπιαστεί με όσα θα έπρεπε να κάνει, με την γη που τον κράτησε δεμένο κοντά της
Είδα κι εμένα, να χαζεύω μπροστά σε μια οθόνη και να μιλάω στις λέξεις
Σα να μην έχω κάτι το καλύτερο να κάνω με την ύπαρξή μου
Πες μου, μητέρα,
Γιατί, μητέρα;
Ποιός σας εμπόδισε
Ποιός ξεθώριασε και τη δική μου τη ζωή
Άνθρωποι γύρω νιώθουν πόνο, οργή, απογοήτευση, ίσως κι ελπίδα
Κι εγώ να τους κοιτάζω όπως θα κοίταζαν οι άλλοι εμένα, όταν εγώ ήμουν αυτοί
Τι μπέρδεμα Θεέ
Να καταντάς όσα ποτέ δεν πίστευες πως θα γινόσουν κάποια μέρα
Απαθής, ανέκφραστος και στυμμένος σαν το λεμόνι
Να μη μπορείς να νιώσεις τίποτα πια, παρά μονάχα κατανόηση
Κατανόηση, γι' αυτούς που παλιά ήσουν εσύ
Κι εκείνοι να σε κοιτούν μ' αυτό το βλέμμα, σα να σκέφτονται πως ποτέ δε θα σου μοιάσουν, κι όμως...
Τι τραγική ειρωνεία που είναι η ζωή
Έτσι που λες μητέρα
Μια μέρα με ήλιο
Σκέφτηκα να φτιάξω κι εγώ έναν πίνακα
Να τον βάλω κι εγώ στο ράφι, να δείχνω τι ήμουν κάποτε
Μα σε μια έσχατη προσπάθεια να γλιτώσω το αναπόφευκτο,
Πάνω που ξεπέρασα την πίκρα που εσύ δεν τα κατάφερες
Πάνω που είπα να το παλέψω, μήπως διαρκέσουν πιο πολύ οι δικές μου αλκυονίδες μέρες
Τότε λοιπόν τι κρίμα, το θυμήθηκα
Πως εγώ δεν είχα καν ποτέ πινέλα...

Tags: κοινωνία, σκέψεις


Η πόλη των αλλοτριωμένων

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Στις μέρες της αυτάρκειας και της ευμάρειας, ζούσε ένας νεαρός στην Πεντάμορφη Πόλη. Η πόλη αυτή είχε τα πάντα: ιστορία, πολιτισμό, αγαθά και οι κάτοικοί της ζούσαν χαρούμενοι, δίπλα σε καταπράσινα δενδροφύτευτα πάρκα με σιντριβάνια.  Όσο για τα σπίτια τους, ήταν σκέτα στολίδια Αρχιτεκτονικής και κομψότητας.

Ώσπου μια μέρα, ο νεαρός αυτής της πόλης θεώρησε πως είναι πρέπον να επισκεφτούν όλοι την πόλη, ξένοι και περαστικοί, για να την θαυμάσουν και να την πλουτίσουν ακόμη πιο πολύ. Γιατί μπορεί να είχαν τα ομορφότερα φυτά, όμως μαργαριτάρια ο τόπος τους δεν αντίκρισε ποτέ, ούτε διαμάντια. Τι κι αν οι ράφτες της Πεντάμορφης Πόλης φτιάχναν ρούχα ολοκέντητα με το καλύτερο μετάξι;  Χρυσός ποτέ δε στόλισε το λαιμό καμιάς γυναίκας. Μα όσο κι αν ο νεαρός επέμενε να πείσει τους κατοίκους, εκείνοι αδιαφορούσαν. Χρυσό δεν είχαν δει ποτέ, ούτε που γνώριζαν τι πάει να πει αυτή η λέξη.

Τότε ο νεαρός  σκαρφίστηκε ένα σχέδιο:  έμπασε κρυφά έναν έμπορο μέσα στην Πεντάμορφη Πόλη. Κόσμος μαζεύτηκε στην πλατεία, χιλιάδες μάτια να θαυμάζουν την πραμάτεια του. Έπειτα, θέλησαν ν' αποκτήσουν όσο  περισσότερα από εκείνα τα γυαλιστερά πραγματάκια μπορούσαν. Οι γυναίκες έκτοτε άρχισαν να ζητούν στολίδια απ' τους άνδρες και οι άνδρες ν' ανταγωνίζονται για το ποιος έχει μεγαλύτερο πλήθος από τα γυαλιστερά αντικείμενα. Όσο το πλήθος, τόση και η δόξα, στην άλλοτε ήσυχη πόλη.

Προφανώς μετά από όλα αυτά, όλοι συμφώνησαν στην αναγκαιότητα των ξένων. Σε αντάλλαγμα έδιναν λίγη από τη γη τους, αλλά τι τους ένοιαζε; Ζούσαν στην πόλη της αυτάρκειας, δε θα τους έλειπε ποτέ κάτι. Έτσι, κάποια στιγμή αποφασίστηκε ν' αλλάξει όνομα η πόλη. Την ονόμασαν λοιπόν μ' ένα αντάξιό της όνομα: Πόλη της Αφθονίας. Και τα χρόνια περνούσαν. Κι ο νεαρός, δοξασμένος και ευτυχής, πλούτιζε όλο και περισσότερο, μαζί και οι βοηθοί και οι πιστοί ακόλουθοι των ιδεών του.

Όμως, τα χρόνια περνούσαν και η Πόλη της Αφθονίας άρχισε να παρακμάζει. Οι κάτοικοι πια είχαν χρυσό και αυτοκίνητα ακριβά, όμως το φαγητό όλο και λιγόστευε. Το είχαν ανταλλάξει όλο, ξεπούλησαν μέχρι και τα σπάνια φυτά τους να φυτρώνουν σε άλλους κήπους πια, μια και στην Πόλη της Αφθονίας υπήρχαν πια κοινωνικές τάξεις που δεν είχαν μέτρο σύγκρισης φυτά. Ο νεαρός ωστόσο είχε πια γεράσει και διορατικός όπως ήταν, έβλεπε την καταστροφή να πλησιάζει. «Δικές τους ευθύνες», σκεφτόταν χωρίς ενοχές. «Εγώ απλά τους έδωσα την επιλογή». 'Έτσι κυλούσαν οι σκέψεις του και για να σώσει το τομάρι του πριν πουληθεί κάθε σπιθαμή γης στους ξένους, έφυγε σε πόλη μακρινή. Κι ήταν ευτυχισμένος, τα πάντα κύλησαν όπως τα είχε φανταστεί κι ακόμη καλύτερα.

Μόλις διάβηκε την πύλη της άγνωστης πόλης που πρωτοσυνάντησε στο διάβα του, συνειδητοποίησε πως ήταν πιο όμορφη και από την αλλοτινή Πεντάμορφη Πόλη. Έτσι, χαρούμενος και ψηλομύτης, περπάτησε αγέρωχα ως το γραφείο του Συμβουλίου της πόλης και ζήτησε το καλύτερο σπίτι, εκείνο με τους κρεμαστούς κήπους που είχε θέα όλο το πέλαγος. Λεφτά διέθετε υπεραρκετά για ν' αγοράσει τη μισή πόλη και σίγουρος για τον εαυτό του, φανταζόταν ήδη την ύπαρξή του ως άρχοντα ανάμεσα στους άρχοντες αυτού του νέου τόπου.

Ωστόσο, προς έκπληξή του, ο σύμβουλος τον απέρριψε κατηγορηματικά. «Με ποια προσόντα ήρθες εδώ και τι διεκδικείς, ξένε; Είσαι άγνωστος για εμάς, το πνεύμα σου δεν έχει ωφελήσει σε τίποτα τον τόπο μας, γιατί η πόλη σου είναι άλλη και όχι τούτη εδώ. Άμα δεν πρόσφερες εκεί, καταφύγιο εδώ να μην ζητάς». Μάταια εκείνος προσπαθούσε να τους πείσει, μα δεν είχε φανταστεί πως θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να έχουν διαφορετική νοοτροπία. Ο σύμβουλος όμως του ξεκαθάρισε πως στην Πόλη της Ειλικρίνειας κανείς δεν ήταν ανώτερος από κάποιον άλλο, ούτε και προσπαθούσε να πείσει ως τέτοιος. Ακόμη και το σπίτι που του ζήτησε, δεν ήταν σπίτι μα το ίδρυμα για τους ηλικιωμένους, που ανταμειβόταν έτσι για τους κόπους μιας ζωής. Του είπε ακόμη πως χρυσό η Πόλη της Ειλικρίνειας δεν είχε ανάγκη - είχε ξύλα όμορφα και πέτρες ζηλευτές.

Ο γέροντας ακούγοντας τα λόγια αυτά συγχύστηκε, πίστεψε πως οι άνθρωποι αυτοί σίγουρα έχουν χάσει τα λογικά τους και πως θα πρόκειται για την Πολιτεία των Τρελών. Έτσι, απαξίωσε κι αυτούς και την τάχα όμορφη πόλη τους κι έφυγε για άλλα μέρη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εξάλλου, η Υπέρτατη Πόλη βρισκόταν μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά.

Ωστόσο, ο δρόμος ως την επόμενη πόλη τελικά ήταν μακρύς και στα μισά του δρόμου ένιωσε μια κόπωση.  Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούσαν σ' αυτά τα μέρη, μα ούτε δέντρα εντόπισε ώστε να ξαποστάσει στον ίσκιο τους. Χρήματα κουβαλούσε πολλά και χρυσό, όμως τι να τον κάνει στη μέση της Ερήμου; Μπορούσε ν' αγοράσει τα πάντα, όμως δεν υπήρχε τίποτε τριγύρω που να μπορεί να αγοραστεί. Ώσπου, ξαφνικά, φάνηκε να πλησιάζει ένας νερουλάς πάνω σ' ένα ξύλινο κάρο. Το πρόσωπο του γέροντα φωτίστηκε ξανά - επιτέλους είχε βρεθεί η λύση. Έτσι, ο γέροντας μπήκε μπροστά στο δρόμο του και εμπόδισε τον νερουλά να συνεχίσει. Εκείνος με τη σειρά του ταράχτηκε από την απρόσμενη συνάντηση, το άλογο χλιμίντρισε και το κάρο κόντεψε να τον πατήσει με τις μεγάλες ρόδες του.

«Θέλω νερό και να με πας στην πόλη», είπε ο γέροντας. Ο νερουλάς φάνηκε να ενοχλείται με την αγένειά του. «Αυτά τα νερά είναι μετρημένα, να ζητήσεις από αλλού νερό», του απάντησε.  Τότε ο γέροντας χαμογέλασε πονηρά και έβγαλε από την τσέπη του μερικά χρυσά νομίσματα. «Τα αγοράζω... όλα. Και το κάρο. Πήγαινέ με τώρα εκεί που σου ζήτησα».

Ξαφνικά, ο νερουλάς αντικρίζοντας τον χρυσό τράβηξε τα γκέμια του αλόγου απότομα και φώναξε έντρομος: «Είσαι από την καταραμένη πόλη! Η φήμη σας έχει φτάσει ως εδώ, όμως καμία πόλη δε θα δεχτεί κάποιον από εσάς να την αλλοτριώσει!». Αυτά ήταν τα λόγια του και αφού τα είπε, ξεκίνησε να συνεχίσει το δρόμο του προς την Υπέρτατη Πόλη.  Τότε, ήταν η πρώτη φορά που ο γέροντας ένιωσε δακτυλοδεικτούμενος, σα να είχε διαπράξει κάποια απεχθής πράξη. «Στα δίνω όλα για λίγο νερό!», φώναξε στο τέλος ο γέροντας απεγνωσμένα. Ο νερουλάς κοντοστάθηκε κι επειδή τον λυπήθηκε, του πέταξε ένα μπουκάλι, χωρίς όμως να δεχθεί να τον πάρει.

«Να πας στην Πόλη των Ξεχασμένων, είναι προς τα πίσω... Κι εγώ δε θα πω σε κανέναν πως υπήρξες στ' αλήθεια, ούτε εσύ ούτε η πόλη σου», του είπε και τον άφησε στα μισά του δρόμου, να προσπαθεί να καταλάβει τι μπορεί να πήγε τόσο στραβά. Ώσπου, απρόσμενα,  ο γέροντας ένιωσε μια νοσταλγία για την Πεντάμορφη Πόλη και θέλησε να επιστρέψει εκεί. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα... Η Πεντάμορφη Πόλη είχε πια ξεχαστεί από Θεούς κι ανθρώπους και κανένας δεν την είχε ακουστά, παρά μονάχα στη θέση της επιζούσε μια κακή απομίμησή της: Η Πόλη των Αλλοτριωμένων...

Tags: λογοτεχνία, κοινωνία, σκέψεις, φαντασία


Το κενό

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Σήμερα ανέτειλε ο ήλιος ή μήπως ξέχασε να βγει;
Δεν ξέρω ούτε με νοιάζει σε ποια πόλη περπατάω
Χτες ο φταίχτης ήταν η σκόνη και σήμερα οι καπνοί
Δε βλέπω που πηγαίνω ούτε ξέρω τι ζητάω

Ένα κενό μες την ψυχή μου μεγαλώνει
Ένα κενό, που θρέφει χρόνια η παρακμή
Άραγε φταίω εγώ; Φταίει ο κόσμος ή οι δρόμοι;
Όπου σταθώ σκοντάφτω και συντρίβομαι στη γη

Τα πάντα είναι ένας κύκλος, μες τη ζωή
Όσα σπέρνω θα θερίζω κι όπου αξίζει θα προσφέρω
Μα αν ένα θαύμα είναι κάπου να συμβεί
Εύχομαι να' ναι εδώ και να' ναι τώρα που υποφέρω

Σκόρπιες σκέψεις και φωνές
Την ψυχή μου μαυρίζουν σημάδια του χτες
Σκόρπιοι ανέμοι εδώ κι εκεί
Ό,τι χτίζω θα πέφτει κι ό,τι χτίζεις μαζί

Μα είχα μια ελπίδα, έχω μια ελπίδα
Σαν πέφτουν γύρω μου χιλιάδες πια οι σφαίρες
Πως θα 'ρθει η ώρα που του νου η λεπίδα
Θα πάψει να ματώνει πλέον τις γαλάζιες μέρες

Tags: ποίηση, σκέψεις


Κάτω από μια ομπρέλα

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

umbrellaΠώς παραμένει τόσο ελκυστική η αύρα της παράνοιάς σου, φίλε μου;
Κι εγώ, που δε σε γνώρισα ποτέ αληθινά, ούτε θα σε μάθω,
Όσο κανείς ποτέ δεν πίστεψε σε άνθρωπο σε θαυμάζω.
Τ' αλλότρια συναισθήματα που σε κατέπνιγαν σε στρέψαν μακριά μας,
Μα νιώθω πως βρίσκεσαι ακόμη ανάμεσά μας.
Και με μεθάει του νου σου η αποστροφή
Απέναντι στην πραγματικότητα που σου φτιάξαμε
Χωρίς να σε ρωτήσουμε ούτε για το τυπικό της υπόθεσης,
Επειδή κατάλαβα πια, πως δεν έχει ολωσδιόλου σημασία ότι ήμαστε περισσότεροι.
Κρατούσαμε γερά το λάβαρο της ανοησίας που σκέπαζε τη μοναχική σου αλήθεια,
Αστείο που δεν το πρόσεξε κανένας ...;
Για τη μοίρα που μας περιμένει υπαίτιοι στεφόμαστε.
Κι εσύ, κάτω από μια ομπρέλα,
Στο πλήθος χαμένος,
Μας βλέπεις να πνιγόμαστε από μακριά.
Είναι δυνατόν άραγε να προσπαθείς ακόμη να μας σώσεις
Απ' την παγίδα που εμείς οι ίδιοι στήσαμε στον εαυτό μας;;

Tags: σκιτσο


Tele-vision

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

"Όλα άρχισαν αρκετά χρόνια πριν. Το 1876, ο Γερμανοεβραίος Γιουτζίν Γκολντστάιν ανακάλυψε ότι έναν άδειο γυάλινο σωλήνα κενό από αέρα, οι δύο άκρες του οποίου έχουν διαφορετικό ηλεκτρικό δυναμικό, διαπερνά ροή ακτινοβολίας από τον αρνητικό πόλο (κάθοδος) στον θετικό (άνοδος)."

Όλα μ@@κίστηκαν αρκετά χρόνια μετά. Κάποιος, του οποίου η ταυτότητα παραμένει άγνωστη για ευνόητους λόγους (λόγω σεμνότητας όχι κάτι άλλο), ανακάλυψε πως ένας εγκέφαλος κενός από κριτική ικανότητα, όταν δέχεται καθημερινά τόνους σκουπιδιών, διαπερνάται από ροή ηλιθιότητας (παρακμή) την οποία εν συνεχεία μεταδίδει στο περιβάλλον του (πολλαπλασιασμός).

Κι εγένετο τηλεόραση.

Tags: εξελιξη, τηλεόραση, κοινωνία


Σε κόσμους παράλληλους

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Φυλάω καιρό ένα μυστικό βαθιά κρυμμένο, τόσο που κι εγώ είναι φορές που το ξεχνώ. Δε σ' ενδιαφέρει, το γνωρίζω, αλλά επιμένω, δε μ' εμποδίζει κάτι τέτοιο ό,τι θέλω να στο πω. Και ποιό είναι αυτό; Μη βιάζεσαι, ταράζομαι, τα λόγια μου ξεχνώ...
Άλλο πια όμως δε σε καθυστερώ, άκου με την καρδιά σου ν' αντέξω να στο πώ:

Ζω ζωές παράλληλες, χάνομαι σε κόσμους διαφορετικούς, μ' ακούς; Τι είναι ανυπόστατο και τι αληθινό, να καθορίσω εύκολα ποτέ δεν το μπορώ. Πως θα μπορούσα; Όταν τα' αστέρι εκεί ψηλά κοιτάζω πια θυμάμαι, θυμάμαι πως ξεχνάω πάντα τα σημαντικά. Εκείνα τ' ανυπόστατα που κάνουν  στη ζωή τη διαφορά η ακόμη κι όχι, πάντως υπάρχουν κι ας μη δίνει σημασία κανένας πια.

Μα πόσο κρίμα κι άδικο, νιώθω σαν τον κατάδικο πραγματικά, εγκλωβισμένο το μυαλό γιατί να πρέπει να κινείται σε τόσες διαστάσεις; Τόσο που να ξαποστάσεις δε μπορείς καμιά φορά, να καταλήξεις πια σε ένα κόσμο, ένα μέρος, μία αντίληψη ... Κι αν είναι αυτή μια σύλληψη ιδέας μεγαλόπνοης που να γεννηθεί ποτέ δε θα μπορέσει, τουλάχιστον θα ζήταγα ο ένας κόσμος με τον κάθε άλλο να απεμπλακεί επιτέλους, έστω ας φαντάζουν φυσιολογικές όλες μου οι παράλληλες ζωές!

Κι αν κάποιος ζει σ' αυτό το αστέρι, αν ένα πνεύμα μες τη γλάστρα κατοικεί, σε πίνακα ζωγραφικής απεικονίζεται ένα χέρι κι ένα πόδι αν πατάει σ' άλλη γη, στη σκόνη που τ' αγγίζει εγώ μαζί τους είμαι εκεί. Ταυτόχρονα, παράλληλα και μ' όλες τις αισθήσεις, φρενοβλαβές μυαλό με υψηλές απαιτήσεις που ένας μονάχα κόσμος για να καλυφθεί δεν του αρκεί. Κι άραγε, αυτή την ιδιότητα αν κάποιος κάπως μου τη χάρισε, αν είναι για καλό στο τέλος θα φανεί, στα τέλη δηλαδή όλα τα παράλληλα μαζί. Κάτι παραπάνω θα γνώριζαν οι σοφοί: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

«Να ζει κανείς η να μη ζει;» Δεν είναι πλέον η απορία αυτή, το θέμα είναι η ιστορία μας να είναι αληθινή. Μέσα από τις συνθήκες κι ας είναι δυσμενείς, να μπορέσεις ως άτομο κι οντότητα να ολοκληρωθείς. Να γίνεις όλα αυτά που θα μπορούσες, εκείνα που σου δίνουν ένα νόημα ύπαρξης. Ωστόσο, όσον αφορά εμένα, είμαι περίπτωση ιδιαίτερης διαχείρισης - άλλο να ζεις σε ένα κόσμο άλλο σε δέκα. Τότε πια δεν αρκεί ο στόχος ο απώτερος, καθώς άμα ο επιλεγμένος κόσμος αποδειχθεί ακατάλληλος, να εκπληρωθεί δε θα μπορέσει παρά μόνο στο μυαλό- άρα ο κόπος άδικος. Και ξεπροβάλλει πάλι η αιώνια απορία, ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, τι είναι υπαρκτό και τι ανύπαρκτο κι αν όλα αυτά απλά είναι μόνο σκέψεις, μόνο λέξεις που βασανίζουν το μυαλό.

Μα βρήκα την απάντηση νομίζω και σ' αυτό: Θα πάψω να το σκέφτομαι και πια θα κοιμηθώ- ελπίζοντας να μην ονειρευτώ και συνεχίσει ο προβληματισμός κι εκεί. Φαντασία μου πλανεύτρα που είσαι η πιο μεγάλη ψεύτρα, όπως και το λαϊκό άσμα ομολογεί, για σήμερα η μόνη αποστολή σου είναι αυτή: Κοιμήσου, επιτέλους, να ησυχάσουμε- κι εμείς κι εσύ κι αυτή. Εύχομαι να' ναι μεγάλη η νύχτα. Καληνύχτα.

Tags: σκέψεις, φαντασία


Το καμένο χαρτί

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Δεν ξέρω τι θα περίμενα, ίσως. Μέσα απ' τον καθρέπτη δε θα 'βγαινε ποτέ ένας άγγελος, παρά μονάχα αντανακλάσεις. Αντανακλάσεις, υπαρκτές ή ανύπαρκτες, της φαντασίας και του μυαλού πολλές φορές. Δεν ξέρω τί θα ζήταγα, ίσως.

Η ανυπαρξία σου με σκότωνε. Γιγάντωνε και θέριευε, πνίγοντας και τη δική μου ύπαρξη. Σκιές μονάχα στον καθρέπτη. Τίποτα παραπάνω.

Κι αναρωτήθηκα τότε πρώτη φορά, τι θα γινόταν αν... Αν κάτι απρόσμενο μπορούσε να γεννήσει κάτι εξαίσιο, ή αν απλώς θα καίγαμε το τελευταίο μας χαρτί. Σε μια παρτίδα, που τα φύλλα δε μοιράστηκαν σωστά, εκείνο το χαρτί που χάθηκε, πάντα αυτό θα λείπει - το είχα υποπτευθεί. Κι αν δε λείψει πάλι σε κανένα, στο τελευταίο μοίρασμα ξανά πια θα φανεί. Μια παρτίδα που μένει συνεχώς ανολοκλήρωτη, κενή. Κι όσοι κι αν αλλάξουν χειρισμοί και συνδυασμοί, μονάχα απογοήτευση θα φέρουν, δε θα βγει. Λείπει το κωλοχαρτί από την τράπουλα, αυτό ό,τι κι αν γίνει δεν αλλάζει. Οι κανόνες του παιχνιδιού πάντα κανόνες θα παραμένουν, αδιάβλητοι.

Λείπει μια ζωή, σε κάθε παρτίδα λείπει. Ωστόσο, δεν είναι πως δεν ψάξαμε αρκετά, παντού το αναζήτησα κι εγώ προσωπικά. "Πίσω απ' τον καθρέπτη τελικά ίσως να κρύβεται", σκέφτηκα ξαφνικά, "μέσα απ' τον καθρέπτη να μας βλέπει να γελά". Κι αν κότσια είχα ισχυρά, θα έσπαγα τον κερατά να φανεί επιτέλους τι συμβαίνει εκεί. Το θέμα όμως είναι πάντα ότι: Αντέχεις τη σκηνή; Κι αν δε βρίσκεται ούτε εκεί, ούτε πουθενά αλλού στη γη;

"Άμα μπορείς να ζήσεις έτσι, μη με σπάς και πληγωθείς. Κι εγώ άδικα να χαλάσω, για ένα παλιοχαρτί που δεν είναι καν της προκοπής", ζητά ο καθρέπτης. Και ξέρει τί ζητάει, εκείνος το έχει βρει. Το θέμα είναι, εσύ; Δε μού 'δειξες ποτέ και το χαρτί να δω πώς είναι, να το αναγνωρίσω... Χωρίς λόγο τη ζωή του καθρέπτη να στερήσω, άμα λείπει κι από κεί το περιβόητο χαρτί;

"Μα είναι ψεύτης ο καθρέπτης, κυρά, μην τον ακούς. Εγώ εδώ υπάρχω, χρόνια πέρασαν μα ζώ. Τις μίζερες ζωές σας παρακολουθώ και ξέρεις έχει πλάκα, τον κάθε παλιομαλάκα που με βρίζει που όλο λείπω σαν κοιτώ! Και γελώ, ναι, πολλές φορές, για όλες τις ανούσιες παρτίδες και ζωές που πουθενά δεν καταλήγουν. Δεν ανάβουν, μόνο σβήνουν οι φωτιές και δεν τολμά κανείς να με κοιτάξει, πίσω απ' τον καθρέπτη είμαι ασφαλής. Τα βλέμματα του όχλου μονίμως στο τραπέζι, ρωτάν τις μάρκες, όμως δε με πρόδωσε ποτέ κανείς. Πώς όχι άλλωστε, αφού κρυψώνα έχω τέλεια, όλους εγώ τους βλέπω μα εμένανε κανείς. Βλέπεις, κυρά, δεν τόλμησε ουδείς μέσα στον εαυτό του ν' αντικρίσει και το χέρι του ν' απλώσει στον καθρέπτη πιο βαθιά. Όλοι επιφανειακά κοιτούν, ενώ ένα βήμα πίσω βρίσκομαι. Μα είμαι τόσο δίπλα, ειλικρινά, που την ανάσα σου ακουμπώ τούτη την ώρα! 

Κυρά, να ξέρεις, δε χαρίζομαι ποτέ, κι αν τώρα σου μαρτύρησα πού κρύβομαι, είναι γιατί σε νιώθω αδύναμη, μικρή. Ο καθρεπτάκος μου από 'σέ να κινδυνέψει δε μπορεί, δεν είσαι απειλή. Έτσι που λες λοιπόν, με όλους σας γελάω τόσα χρόνια, ωστόσο είναι σκληρό, επειδή κανένας δε με βρίσκει να μ' ονομάζουνε γι' αυτό ανύπαρκτο. Υπάρχω εγώ κι υπήρχα πάντα, μαζί και όλες μου οι αισθήσεις, μ' αν θέλουν να κρυφτούν σε ψευδαισθήσεις, χίλιες φορές βαθύτερα θα κρύβομαι κι εγώ."

Ώσπου, το τζάμι έσπασε χίλια κομμάτια και όλα γίναν τόσο ξαφνικά, έπεσε το χαρτί μπροστά στα πόδια κι αίμα σταγόνες κύλησαν στο πάτωμα. Λέκιασαν τη φιγούρα, εκείνη, την περιβόητη. Εκείνη, που κανείς δε γνώριζε αν είναι αληθινή. Μα, να' την, πιο ζωντανή κι από τους ζωντανούς και με τρομάζει, το αίμα απο τα χέρια μου στο σπαθί της πάνω στάζει κι έξαλλη φωνάζει: "Εσύ, εσύ!" Εγώ, γιατί; Μα άξαφνα, ένας πόνος σφαδάζει τα δυο μου χέρια, σα να καρφώθηκαν μαχαίρια, ναι, ήμουν εγώ! Ναι, ήταν η δική μου η γροθιά που τον καθρέπτη έσπασε, δικό μου και το αίμα που στο χαρτί κυλάει. Ήμουν τελικά, όπως φάνηκε, πιο δυνατή από του φόβου την καυτή ανάσα. Έτσι, η φιγούρα τώρα πια εγκλωβίστηκε και θα το μάθουν όλοι, το τελευταίο της το μέρος χάθηκε για να κρυφτεί.

"Μη βιάζεσαι, κυρά, μη χαίρεσαι, τίποτα ακόμη δεν έχει κριθεί. Ποια κοινωνία νομίζεις συγχωρεί και θα δεχτεί που μάτωσες, σημάδεψες για πάντα και κατέστρεψες, της λειψής της τράπουλας το πολυπόθητο χαρτί; Όχι, δεν το μπορεί κανείς να συγχωρεί -το φόβο μπορούν όλοι- όμως το θάρρος σου, πλέον, μια για πάντα την ελπίδα έθαψε κι η τράπουλα σωστή, χωρίς εμένα, δε θα γίνει ποτέ πια."

Τότε, μια φωνή υστερική με αναγκάζει στο χαρτί φωτιά ν' ανάψω, ύστερα το χέρι μου να δέσω και να πάψω, να προσποιηθώ πώς τίποτε δεν έγινε σ' αυτή τη γειτονιά. Τίποτα παραπάνω από μια ανούσια κι ηλίθια ζημιά. Και η φωνή τον τελευταίο λόγο θέλησε να πει προς τη φιγούρα, που έντρομη απ' της φωτιάς τη λύσσα να ξεφύγει προσπαθούσε:

"Καλύτερα να καίγεσαι κι εσύ λοιπόν χαρτί, αφού η πράξη αυτή της αποκάλυψής σου από εμένα δε θα εκτιμηθεί από κανένα, ούτε καν από 'σένα που ξεσκλάβωσα με το δικό μου τίμημα και το δικό μου αίμα. Και ας με πουν ανόητη και ας με πουν κουτή, που τον καθρέπτη έσπασα δίχως λόγο, καθώς έτσι θα νομίζουν κι έτσι κι εγώ το προτιμώ. Σοφά τα τελευταία λόγια σου ήταν θαρρώ, γι' αυτό κι εγώ με τον τρόπο αυτό θα πράξω, τ' ομολογώ. Κι ό,τι καλό κι ό,τι κακό, στη στάχτη ας χαθεί. Κρυμμένος τόσα χρόνια, κάπου θα 'φταιξες κι εσύ. Η αλήθεια σου ματώνει, ο μύθος επιζεί κι έτσι θα συνεχίσει. Δε θα' μαι εγώ αυτή που παραμύθι θα διαλύσει. Αντίο παραμύθι μου, αντίο και στη ζωή. Δεν ήσουν περισσότερα κι εσύ, από ένα καμένο απλώς χαρτί. 

Κι αν κάποτε τί έγινε ρωτήσουν οι γνωστοί, από απλή περιέργεια για 'κείνη τη φιγούρα στο χαρτί, κάθε καθρέπτη θα τους πω να διαλύσουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Την αλήθεια τη δικιά τους ν' αντικρίσουν, όσοι αντέχουν. Για σένα όμως, τίποτε δε θ' ακουστεί.

Λείπει κι έλειπε απ' την παρτίδα ένα χαρτί, όλη η ιστορία είναι αυτή. Φύλαξε το σπαθί σου κι αντίο σου, χαρτί. Η μήπως πίστεψες κι εσύ, πως περιστρέφεται ο κόσμος γύρω σου; Λυπάμαι μα κανείς δεν ασχολείται, σε μία κοινωνία καταναλωτική. Αύριο κιόλας νέα τράπουλα θ' αγοραστεί, δίχως ελλείψεις και δίχως ταραξίες που να συμβιβαστούν με τα δεδομένα δεν αντέχουν, όπως χρόνια τώρα έπραττες εσύ.

Μισό λεπτό, μετάνιωσα, μην καίγεσαι χαρτί!     

Tags: ποίηση, κοινωνία, σκέψεις, φαντασία


Η φιγούρα που ήθελε να ζήσει

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Μια φιγούρα, νωχελικά, τον ίδιο δρόμο διασχίζει
Εκείνον το δρόμο, που δεν άλλαξε από χτες
Τα μακριά μαλλιά της ο άνεμος παρασύρει
Και κάπου - κάπου απ' τον αέρα αποκαλύπτονται ουλές
Έπειτα, ξαναπέφτουν απαλά στους ώμους της
Κι αγκαλιάζουν το κορμί της σκούρα ρούχα
Προβληματίζει με το περίεργο φέρσιμό της
Καρφωμένο όλο στο έδαφος το βλέμμα
Είναι πρωταγωνίστρια, μα σ' ένα έργο που δε γράφτηκε ακόμα
Κομπάρσος μέχρι στιγμής σε θεατρικό υψηλής παραγωγής
Με θεατρίνους και καπέλα και στολίδια
Μα ένα σενάριο ανάξιο συζήτησης
Όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια
Ο ρόλος της δεν παίχτηκε ακόμη
Κι είναι ένας ρόλος αμίλητος, έτσι την ξεχάσαμε κι εμείς
Φήμες λεν, ο σκηνοθέτης χάθηκε στη σκόνηshy
Και δε θα επιστρέψει, όπως δε γύρισε ποτέ κανείς
Κι έτσι η φιγούρα έμεινε με μια ουλή και μ' ένα βλέμμα καρφωμένο
Χωρίς να ξέρει το πως και το γιατί,
Ποιός να ξέρει ο σκηνοθέτης τί προβλέψιμο ή τι απρόσμενα ευτυχισμένο
Για την άμοιρη ζωή της τι άραγε σχεδίαζε να πεί
Και κάπως έτσι απλώς κρατά ένα χαρτί ξεθωριασμένο
Και στα σοκάκια μέρα νύχτα τριγυρίζει
Μήπως κάποιος προσέξει το ύφος της το παραπονεμένο
Και την ιστορία της θελήσει να συνεχίσει
Θέλει να μάθει, να γνωρίσει τον εαυτό της
Πού τις βρήκε πια εκείνες τις ουλές
Αν υπάρχει σ' αυτή τη γη κάτι δικό της
Μητέρα, φίλους, άραγε έχει αδερφές;
Κάποιος που να τη μίσησε ή με πάθος την αγάπησε
Χωρίς το σκηνοθέτη, πως μπορεί να το ανακαλύψει;
Μα γι' άλλη μια φορά ήρθε η στιγμή, στέκεται τώρα, πάλι χτες και αύριο εκεί
Εκεί που η αυλαία ετοιμάζεται ν' ανοίξει, ψάχνοντας μια θέση στη γραμμή
Για να μην είναι πια μια άσκοπη φιγούρα, μα μια οντότητα που ζει,
Ζει, αναπνέει, έχει ιστορία - κι έχει ένα τέλος - κι έχει μια αρχή.

Tags: σκιτσο


Jim Capobianco: Εμψυχώνοντας χαρακτήρες

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: 
Χαρά Λεδάκη, για το free press περιοδικό Serious (τεύχος Οκτωβρίου)


altΤο μεγαλύτερο φεστιβάλ κινουμένων σχεδίων στην Ελλάδα, το AnimaSyros, κατέπλευσε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά στη Σύρο και μαζί του έφερε σπουδαίους δημιουργούς. Επισκέπτες και συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να συναναστραφούν με ανθρώπους που έχουν γράψει ιστορία στο χώρο του animation, όπως ο Jim Capobianco. "The Lion King", "Up", "Ratatouille", "Toy Story 2" και "Finding Nemo" είναι μερικές μόνο απ' τις ταινίες που έχουν και τη δική του υπογραφή, σε σενάριο ή σκηνοθεσία. Αρχικά, εργάστηκε στο τμήμα σεναρίου της Walt Disney, ενώ τα τελευταία 13 χρόνια βρίσκεται στην εταιρεία Pixar. Ο Jim Capobianco αν και πολυβραβευμένος, παραμένει πάντα πρόθυμος να μοιραστεί τη γνώση και την εμπειρία του με νεότερους συναδέλφους του.


>Εργάζεστε σε ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο και συμμετείχατε σε ταινίες που αντιμετώπισαν εξαιρετική επιτυχία. Πως αποφασίσατε ν' ασχοληθείτε με το animation;
Μεγάλωσα με το animation σαν παιδί. Θυμάμαι, τότε που δεν υπήρχαν τηλεκοντρόλ κι ο πατέρας μου παρακολουθούσε αθλητικά στην τηλεόραση, έτρεχα κι άλλαζα συνεχώς το κανάλι. Μόλις έβρισκα κινούμενα σχέδια, σταματούσα! Έτσι, είχα πάντα αγάπη για το animation. Έπειτα, στο Λύκειο είχαμε ένα μάθημα που λεγόταν Γραφικές Τέχνες κι εκεί φτιάχναμε t-shirt, εκτυπώναμε... Συμπεριλαμβανόταν όμως και animation, οπότε επέλεξα το συγκεκριμένο μάθημα μόνο γι' αυτό. Όταν αποφάσισα να δημιουργήσω ένα 2D animation, ο καθηγητής μου είπε πως δεν ήξερε πώς να μου το διδάξει, επειδή όλοι χρησιμοποιούσαν είτε την τεχνική cutout με κομμένα χαρτιά είτε clay motion με πηλό! Οπότε, μου έδωσε ένα βιβλίο και αυτοδιδάχτηκα την τεχνική.

>Υπάρχουν κάποιες ταινίες animation που θεωρούνται διαχρονικές, όπως το "The Lion King". Τι κάνει μια ταινία ν' αντέχει στο χρόνο;
Πιστεύω πως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία οι εκάστοτε πολιτιστικές αναφορές. Εάν το θέμα της ταινίας αγγίζει σχέσεις και συναισθήματα που δεν επηρεάζονται απ' το χρόνο, αντέχει σε αυτόν. Τέτοιο παράδειγμα είναι το "Lion King", όπως και το "Nemo", τα οποία ασχολούνται με τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια. Υπάρχουν πολλά animation που έχουν επίκαιρες αναφορές, όπως καρικατούρες διάσημων ή εξελίξεις στην τεχνολογία. Τέτοιου είδους όμως στοιχεία, δίνουν ημερομηνία λήξης στις ταινίες.

>Τι δυνατότητες δίνει στους δημιουργούς το computer animation σε σχέση με τα παραδοσιακά 2D;
Το computer animation παρέχει δυνατότητες που δεν υπάρχουν στο 2D, ισχύει όμως και το αντίστροφο. Συγκεκριμένα, το computer animation δίνει λεπτομέρεια που δε θα μπορούσε να παράγει κάποιος με τον παραδοσιακό χειροποίητο τρόπο, η έστω θα ήταν πολύ πιο δύσκολο. Ας πούμε, τα ανθρώπινα μάτια έχουν πάντα μια νευρική σύσπαση που δε μπορεί ν' αποδοθεί με το χέρι, ενώ με αυτόν τον τρόπο μπορεί κι επιτυγχάνεται. Η τεχνική σχεδιασμού των κινούμενων σκίτσων, από την άλλη, διατηρεί ακόμη μια ποιότητα και αμεσότητα που ο υπολογιστής θέλει κόπο για να την φτάσει.

>Παρατηρείτε κάποια αλλαγή τις τελευταίες δεκαετίες όσον αφορά την πλοκή στις ιστορίες;
Πιστεύω πως οι ιστορίες με την πάροδο του χρόνου, απευθύνονται σε όλο και μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό. Γίνονται πιο πολύπλοκες. Αυτή είναι μια συνεχώς αναπτυσσόμενη τάση και νομίζω πως θα εμφανίζονται όλο και περισσότερα τέτοια ενδιαφέροντα animation. Κι αυτό, επειδή το υλικό που προέρχεται από μικρότερα στούντιο animation, ειδικά στην Ευρώπη, είναι πραγματικά καινοτόμο. Επίσης, ο κόσμος βλέπει να εμπλέκονται με το animation άνθρωποι που δε θα ασχολούνταν ποτέ πριν, όπως το σκηνοθέτη των Πειρατών της Καραϊβικής Gore Verbinski με την ταινία κινουμένων σχεδίων "Rango". Εξαιτίας αυτών αλλά και των κόμικς που εμψυχώνονται, η ηλικία του κοινού μεγαλώνει.

>Ταινίες όπως το "Up" και το "Ratatouille" είναι ιδιαίτερα αγαπητές, ειδικά από τα παιδιά. Τι λαμβάνετε υπ' όψιν όταν απευθύνεστε σε παιδικό κοινό;
altΗ αλήθεια είναι ότι δε δημιουργούμε ταινίες για παιδιά ή για ενήλικες. Φτιάχνουμε ταινίες που εμείς οι ίδιοι θα θέλαμε να δούμε, για το παιδί που υπάρχει μέσα μας! Οπότε, δεν υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός πρακτικά. Ελπίζω μόνο, με την τάση προς πολυπλοκότητα που υπάρχει στην πλοκή των ιστοριών, να μη σταματήσουμε να δημιουργούμε πραγματικά καλό animation που να μπορούν να δουν τα παιδιά.


>Ποια είναι η διαδικασία δημιουργίας ενός νέου χαρακτήρα, πως αποφασίζετε τα ιδανικά χαρακτηριστικά του;

Αυτό εξαρτάται από την ιστορία, πλοκή και χαρακτήρες για μένα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Είτε έχεις στο μυαλό σου κάποιον χαρακτήρα και δημιουργείς μια ιστορία γύρω από αυτόν, είτε το αντίστροφο. Έχεις δυο χαρακτήρες, ας πούμε, που ληστεύουν μια τράπεζα ή θέλουν να σώσουν τον κόσμο, οπότε αναρωτιέσαι μετά, "Ποιοί είναι αυτοί οι δύο;". Γενικά, όταν αρχίζεις να εξελίσσεις το θέμα και το τί θέλεις να πεις, ο χαρακτήρας παίρνει μορφή. Πάντως, οι χαρακτήρες είναι το πιο δύσκολο στοιχείο. Όταν κάποιος βλέπει μια ταινία, αυτό που του μένει είναι οι χαρακτήρες, κανείς δε νοιάζεται πραγματικά για την πλοκή.


alt>Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που ονειρεύεται ν' ασχοληθεί με το animation; Υπάρχουν Έλληνες animators στην Pixar;

Σίγουρα υπάρχουν Έλληνες, δουλεύει τόσος κόσμος για την Pixar άλλωστε! Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ κι ονόματα... Τώρα, κάποιος που θέλει να ασχοληθεί με το αντικείμενο, θα συμβούλευα οπωσδήποτε να διαβάσει σχετικά βιβλία, όπως επίσης να το ψάξει στο διαδίκτυο. Υπάρχει τόση πληροφορία για το τί χρειάζεται και σπουδαίες ιστοσελίδες! Όταν πια κατανοήσει τι είναι όλο αυτό, πιστεύω το κλειδί για έναν animator είναι να μάθει να ζωγραφίζει.  Ακόμη κι αν θέλει ν' ασχοληθεί με το computer animation, χρειάζεται στην επικοινωνία με τους συνεργάτες. Ειδικά το να ζωγραφίζεις εικόνες από την πραγματική ζωή, ανθρώπους και ζώα εν κινήσει, είναι πολύ βοηθητικό. Όπως στην πλατεία που έχετε εδώ, εκεί θα δεις όλους τους διαφορετικούς χαρακτήρες να περνάνε! Παιδιά, γέρους, τον τρόπο που περπατάνε... Εμπνέεσαι από τη ζωή, μαθαίνεις να την εκτιμάς κι  έπειτα προσπαθείς να διοχετεύσεις τον εαυτό σου στο χαρτί.

Tags: animasyros, pixar, συνέντευξη, disney, animation


Αυτό είναι το μέλλον

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Tags: video making, νόμος πλαίσιο, Παιδεία


Μαζί τα φάγαμε!

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Tags: video making, οικονομική κρίση, Πολιτική


Πίσω απ’ την κλειδαρότρυπα

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

the_key2


Λόγια, λόγια χιλιοειπωμένα
Δεκάδες χιλιάδες φορές τα ίδια λόγια μ΄ άλλες λέξεις
Κι εκεί που λες τελειώσανε τα λόγια, να σου μπροστά σου ξεπροβάλλουν
Λόγια απρόσμενα, χιλιοακουσμένα μεν μα τόσο διαφορετικά
Που νομίζεις πως ένας καινούριος κόσμος σου έκανε την τιμή να τον κρυφοκοιτάξεις για λίγο απ' την κλειδαρότρυπα
Να νιώσεις τη μαγεία του και ν' αναρωτηθείς
«Πως γίνεται να ήταν τόσο καιρό εκεί; Πως γίνεται να υπήρχε αυτός ο κόσμος εκεί, πάντα;
Μα να 'χα τυφλωθεί τάχα τελείως; Δεν είδα ούτε τις λάμψεις
Ούτε τη ρίγη ένιωσα ούτε το δάκρυ το άλλο,
Το άλλο, όχι αυτό που σε κάνει να πονάς, μα να χαίρεσαι»
Πως γίνεται; Το ίδιο δάκρυ, μα διαφορετικό
Οι ίδιες λέξεις, αλλά αλλιώτικες
Και πάντα θα υπάρχει μια κρυμμένη πόρτα
Πρέπει να ψάχνεις καλά
Δε φαίνονται όλα με την πρώτη ματιά
Δε βρίσκονται όλα κάτω απ' το φως του ήλιου
Γιατί οι πόρτες καμιά φορά σα χαμαιλέοντες αλλάζουν
Προσαρμόζονται συνεχώς στο περιβάλλον, για να προστατευτούν, βλέπεις
Για να 'σαι άξιος κάθε φορά που θα εντοπίζεις τη δική σου πόρτα
Τη δική σου πορεία,
Το δικό σου δρόμο,
Το δικό σου άνθρωπο...

Tags: Αταξινόμητα


Οι επιθυμίες

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Σέρνονται
Σα φίδια στο χώμα σιωπηλά
Σαν παρασιτικά φυτά που σκαρφαλώνουν σε κορμούς ξένους, δανεικούς
Οι επιθυμίες σου είναι, για δές!
Αναρριχόμενες ψηλά, πίσω απ΄το τείχος ν' ανέβουν προσπαθούν
Να δουν κι αυτές τον ήλιο
Τον ήλιο, που φωτίζει ως εκεί που σέρνονται
Κι αφού το φώς του φτάνει ως εκεί και τις θεριεύει
Αυτές πώς δεν τον βλέπουν και πώς σέρνονται;
Χωρίς να ξέρουν ότι υπάρχει, υπνωτισμένες ακολουθούν
Και κυνηγούν αχτίδες με σκιρτήματα
Πόσο μάταιο
Αν πίσω απ΄το τείχος καταφέρουν κάποτε να δουν
Ο ήλιος θα απέχει ακόμα μίλια μακριά
Χιλιάδες χρόνια άμα τρέχουν πάλι θ΄απέχει
Γι΄αυτό, καλύτερα σου λέω, άσ΄τις να σέρνονται
Είναι η πραγματικότητα πικρή να την αντέξουν
Με το μαύρο πέπλο της βαριά θα τις πλακώσει
Γι΄αυτό σου λέω, άσε
Άφησέ τις εκεί
Στο φόβο μήπως και καούν
Αιώνια να σέρνονται να σε κατηγορούν
Χα! Ούτε έτσι γλιτώνεις λοιπόν
Τα φίδια στραγγαλίζουν λένε, πρόσεχε
Τρόμαξες; Ω μα ναί, κινδυνεύεις άμεσα
Γκρέμισε το τείχος, προλαβαίνεις ακόμα
Οδήγησέ τις να καούν μια και καλή
Μήπως έτσι γλιτώσεις
Μήπως και πάψουν πια
Τόσο ενοχλητικά και μίζερα
Για μια ζωή και δυό και τρείς
Αιώνια να σέρνονται...


Tags: Αταξινόμητα


Παραπαίοντας

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Παραπαίω. Ορισμός που χρησιμοποιείται για να εκφράσει τον κλυδωνισμό και την αστάθεια ενός ατόμου, ενός θεσμού, ακόμη κι ενός συστήματος καμιά φορά. Του δικού μας εκπαιδευτικού συστήματος, γι' άλλη μια φορά.

Τριγύρω ακούγονται συζητήσεις για την παιδεία. Κανάλια και υπόλοιπα μέσα, παρέες, άμεσα επηρεαζόμενοι ή όχι, όλοι έχουν μια άποψη. Νέα μέτρα ανακοινώθηκαν, πολλές αντιρρήσεις, ελάχιστες αντιπροτάσεις. Και οι ικανοποιημένοι με το υπάρχον σύστημα, ακόμα λιγότεροι. Πως όχι, άλλωστε; Κάθε αποτυχία κι άλλη αλλαγή, κάθε κυβέρνηση κι άλλο σύστημα. Και στη μέση, τα πειραματόζωα, που καλούνται ν' ανταπεξέλθουν γι' ακόμη μια φορά στην αλλαγή. Ως πότε, άραγε;

Στις αρχές του Σεπτέμβρη, ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα, φοιτητές, μαθητές, καθηγητές, δε γνώριζε τί της ξημερώνει. Το εκπαιδευτικό δυναμικό να ψάχνει τρόπο ν' αντιδράσει, οι φοιτητές να διαβάζουν για μια εξεταστική χωρίς να ξέρουν αν αυτή θα υπάρξει, σε σχολές που δεν υπόσχονται κάτι παραπάνω από ένα εισιτήριο προς την αβεβαιότητα: «Άραγε θα έχει αντίκρισμα ο κόπος; Χρόνια επί χρόνια σε κάθε σχολή, πιθανώς τα πιο όμορφα και παραγωγικά χρόνια, θ' αναγνωριστούν αργότερα;». Οι αμφιβολίες μπλοκάρουν τα όνειρα.

Ωστόσο, δεν ισχυρίζεται κανείς πως είναι προτιμότερη η στασιμότητα. Κι όχι, δεν είναι κατηγορητέο ν' αναζητάει κανείς διαρκώς μια καλύτερη εκδοχή, μια καλύτερη λύση. Αρκεί, παρόλα αυτά, να διατηρείται η ισορροπία. Αν πάλι δεν τα καταφέρνει, δεν είναι κατάλληλος γι' ακροβάτης. Οφείλει να βρει κάτι άλλο. Για το καλό το δικό του, αλλά και όλων των υπολοίπων που στέκονται από κάτω, μετρώντας αντίστροφα το χρόνο και στοιχηματίζοντας πότε θα σπάσει το σχοινί και θα προσγειωθεί στα κεφάλια τους.

Έτσι κι εμείς. Με τα μάτια καρφωμένα στο σχοινί, παρακολουθούμε αμέτοχοι τα επόμενα βήματα και τα επόμενα νομοσχέδια, μη μπορώντας να κάνουμε κάτι. Κι ο ακροβάτης; Αδιαφορεί για τις φωνές των από κάτω. Βλέπεις, αυτός ο ένας, ξέρει καλύτερα. Το κοινό δε μπορεί να έχει λόγο. Μόνο συνέπειες.

Πίσω στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Ίκαρος παρακούοντας τις συμβουλές του πατέρα του, έκαψε τα φτερά που του είχε φτιάξει κι έπεσε στη θάλασσα. Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, από την άλλη, ο Ίκαρος θα προσπαθούσε μόνος του ή μαζί με κάθε άλλο Ίκαρο να κατασκευάσει τα φτερά του, κι ο πατέρας του θα του τα έκοβε πριν καν προλάβει να πετάξει. Τα όνειρα για τον ήλιο, όπως φαίνεται, δεν ανήκουν στη δική μας γενιά. Με τόσα ξένα λάθη φορτωμένα στις πλάτες μας, δεν έχουμε καν το δικαίωμα για δικά μας λάθη.

Και είναι αλήθεια. Μικροί ή μεγαλύτεροι, δεν είμαστε πια παιδιά. Δε μας άφησαν να είμαστε. Τουλάχιστον, ως ενήλικες, ας μας πάρουν μια φορά στα σοβαρά πριν αποφασίσουν πάλι για εμάς, χωρίς εμάς. Έτσι, γι' αλλαγή.

Tags: νομοσχέδιο, σκέψεις, Παιδεία


Και πάλι πίσω.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

circled

Κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι. Πάντα. Πολύ.
Είναι άραγε το "πολύ" τόσο πολύπλοκο και με μπερδεύει; Ίσως. 
Δε με αφορά και δε με νοιάζει. Αδιαφορώ. Και προχωρώ; Ψέμα, ποτέ.
Οπότε... Και πάλι πίσω.
Κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι. Γιατί;
Τόσα υπόβαθρα, τόσα ερεθίσματα, τόσοι κι άλλοι τόσοι και όλοι διαφορετικοί, να πάω πού;
Σε χάνω, δε σε βρίσκω πουθενά, αγαπητέ σκοπέ. Όλο μπροστά μου τρέχεις και σε κυνηγάω. Κι όλο πιο πέρα πας, μακριά. Νομίζω πως σε φτάνω καμιά φορά και τότε... πας αλλού πάλι και κρύβεσαι.  Δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις; Να μου πεις πως άδικα σε έψαχνα; Κάτι λάθος θα είχα κάνει στην αρχή. Κι αν θέλω να το βρώ...  Και πάλι πίσω.
Κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι.
Αυτά.
Δε θέλω τίποτα να βρώ, κουράστηκα. Φαύλος κύκλος, να ξεφύγω δε μπορώ.
Φταίει που... κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι.
Και πάλι πίσω.
Και πάλι πίσω.
Κι ακόμη πιο πίσω;
Κενό χαρτί. Κενό μυαλό. Τώρα, τα πράγματα μοιάζουν πολύ καλύτερα, ναι! Τόσο όμορφα, τόσο αμόλυντα, λευκά.... Χρόνο που έχανα, τι κρίμα! Και για ποιό λόγο; Για ένα λόγο χαζό που δε μπορούσα να του ξεφύγω. Μα τώρα να, θριάμβευσα! Έφταιγε που... να δεις τι παθαίνω... Να, θυμήθηκα. Είναι που κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι.
Φτού.
Και πάλι πίσω.

Tags: Αταξινόμητα


Άρης Χατζηστεφάνου: Η διεθνής εμπειρία στην αντιμετώπιση της κρίσης

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

alt

Ο Άρης Χατζηστεφάνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977 και είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι ο δημιουργός της ραδιοφωνικής εκπομπής Infowar του ΣΚΑΪ, μια εκπομπή πολιτικής ανάλυσης και θέσης, όπως την χαρακτηρίζει κι ο ίδιος. Έχει εργαστεί στην ελληνική υπηρεσία του BBC,σε εφημερίδες όπως "Η Ημερησία" και "Η Καθημερινή", καθώς και με αρκετά περιοδικά και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ έχει εκδώσει και δυο βιβλία. Ως φωτογράφος και δημοσιογράφος έχει πραγματοποιήσει αποστολές σε τουλάχιστον 40 χώρες και φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά ελληνικά περιοδικά κι έντυπα του εξωτερικού. Με αφορμή την ομιλία του «Η διεθνής εμπειρία στην αντιμετώπιση της κρίσης», που πραγματοποιήθηκε στη Σύρο, μοιράστηκε μαζί μας τη δημοσιογραφική του άποψη σχετικά με την οικονομική κρίση που περνάει η χώρα μας.

>Πολλοί σας έμαθαν μέσω της εκπομπής σας «Infowar» στον ΣΚΑΪ. Πως θα περιγράφετε με δυο λόγια την εκπομπή, σε κάποιον που δεν την έχει υπ' όψιν του;

Γενικά το Infowar ξεκίνησε ως ραδιοφωνική εκπομπή, γιατί υπήρξε ενδιάμεσα και τηλεοπτική, πάντα στον ΣΚΑΪ. Ήτανε μια συνέχεια της δομής εκπομπών που ακολουθούσαμε στο BBC, η οποία όμως έβγαλε αυτή τη μάσκα της λεγόμενης αντικειμενικότητας, ότι πρέπει να υπάρχουν και οι δύο πλευρές, η οποία κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει. Η πραγματικότητα είναι αντικειμενική, όμως η περιγραφή της από έναν δημοσιογράφο πάντα είναι χρωματισμένη λιγότερο ή περισσότερο. Κι εγώ προτίμησα να είναι στο περισσότερο και να είναι καθαρά μια εκπομπή θέσης.

Ουσιαστικά, προσπάθησα αρχικά να εξαντλήσω το όριο του ραδιοφώνου, το οποίο δεν το εκμεταλλευόμαστε δυστυχώς αρκετά στην Ελλάδα. Κι αυτό, λόγω πίεσης και του κόστους που μπορεί να έχει μια τέτοια εκπομπή, επειδή συνδυάζει μουσική με ηχητικά ντοκουμέντα. Κι από εκεί και πέρα, επειδή πήγε καλά μας είπαν «Κάντε την τηλεοπτική», όπου μας ρίξανε λίγο στα βαθιά γιατί πάντα εγώ με ραδιόφωνο είχα σχέση. Κι ενώ δεν υπήρχε η εμπειρία, σχηματίστηκε μια πολύ καλή ομάδα με σκηνοθέτη τον Χρήστο Καρακέπελη, που κατάφερε να φέρει αυτό το ραδιοφωνικό λόγο στην τηλεόραση. Ουσιαστικά είναι μια εκπομπή πολιτικής ανάλυσης και θέσης.

Τώρα, η συνήθης ερώτηση σ' αυτό είναι «Γιατί σας αφήνουν;» ή «Καταφέρνει να είναι τόσο διαφορετική από άλλες;». Νομίζω τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης έχουν πάντα τέτοια παράθυρα, ωστόσο σηκώνει πολύ συζήτηση γιατί κάποιος να θέλει μια τέτοια εκπομπή. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είσαι άλλοθι ενός ολόκληρου συστήματος και προβάλλεις και τη διαφορετική άποψη, εξυπηρετώντας όμως ουσιαστικά τον ίδιο τον μηχανισμό, δίνοντάς του βαλβίδες εκτόνωσης. Κάποιοι άλλοι πάλι, θεωρούν ότι κάτι διαφορετικό περνάει πάντα κι αν βρεις τα κανάλια να πεις μια διαφορετική άποψη θα την δεχτούν. Φαντάζομαι πως ισχύει κάτι ανάμεσα στα δύο.

Ποια ήταν τα ερεθίσματα που σας ώθησαν να ακολουθήσετε το επάγγελμα του δημοσιογράφου; Τι σας προσφέρει και τι σας στοιχίζει το συγκεκριμένο επάγγελμα;

Δεν ξέρω πώς ακριβώς ξεκίνησε, αυτά είναι και λίγο τυχαία. Ενώ ήμουν ακόμη στο Λύκειο, βρέθηκα να δουλεύω στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, πήγαινα ουσιαστικά Σαββατοκύριακα και γιορτές κλέβοντας χρόνο. Κι όλοι μου έλεγαν «Φύγε παιδάκι μου», όπως συμβουλεύει δηλαδή κάθε δημοσιογράφος με το που έρχεται κάποιος νέος, η πρώτη αντίδραση είναι «Φύγε τώρα που είναι καιρός». Έπειτα κολλάς όμως, είναι εν μέρει ναρκωτικό και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι είσαι και ανειδίκευτος για οτιδήποτε άλλο. Εγώ πρώτα ξεκίνησα να δουλεύω και μετά αποφάσισα τι θα σπουδάσω, χωρίς να περιμένω όμως κάτι από αυτές τις σπουδές. Πήγα στο Πολιτικών Επιστημών, το τμήμα με τη μεγαλύτερη ετεροαπασχόληση στην Ελλάδα, αλλά το ήθελα γιατί μου άρεσε το περιεχόμενό του. Και μετά ...; μπλέκεις και δε μπορείς να φύγεις. Ουσιαστικά, δεν είναι καλό, είναι κάτι που δεν το συνιστά κανείς, και το ότι δε φεύγουν κιόλας οι δημοσιογράφοι ίσως να εξηγεί και κάτι άλλο..!

>Στο χώρο της δημοσιογραφίας, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, επικρατεί πλέον απαξίωση. Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό; Συμφωνείτε με αυτή τη στάση του κόσμου και αν ναι, υπάρχουν εξαιρέσεις;

Σίγουρα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά απο τη γενική εικόνα κρίνεται ένας κλάδος και προφανώς η εικόνα που δίνει προς τα έξω είναι κατάπτυστη. Κι ενώ η συζήτηση σε αυτά τα θέματα περιστρέφεται πάντα στο αν υπάρχει λογοκρισία, στο πως τα μέσα ενημέρωσης ελέγχουν πολιτικά το λόγο του δημοσιογράφου, για μένα η μεγαλύτερη απειλή είναι η ίδια η εμπορευματοποίηση της είδησης. Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο, είναι για παράδειγμα σε μια σύσκεψη που παλιά θα ήταν καθαρά δημοσιογραφική, ότι πλέον θα έρθει και το εμπορικό τμήμα μέσα. Το οποίο εμπορικό τμήμα, θα καθορίσει την είδηση σε τελική ανάλυση, θα σου πει ότι "δε μπορώ να έχω το θέμα με τη δυστυχία στην Αφρική γιατί θέλω να βάλω στη δεξιά σελίδα διαφήμιση" ή "δε θα μπορέσω να βάλω τη συγκεκριμένη φωτογραφία στην αριστερή σελίδα γιατί δεν κολλάει με τη διαφήμιση στη δεξιά".

Σαφώς, όλο αυτό μπλέκεται ουσιαστικά και με όλη την ιστορία του τί εκπροσωπούν τα σύγχονα μέσα ενημέρωσης. Δουλεύουν σε δυο επίπεδα: απ' τη μία πουλάνε "λιανική", δηλαδή πουλάνε ως εμπόρευμα την είδηση σε ένα κοινό - αυτό μερικές φορές είναι θετικό, καθώς σημαίνει ότι δέχονται ερεθίσματα απ' το κοινό, προσπαθούν να δουν τι θέλει ο κόσμος. Από την άλλη, δεν παύουν να εκπροσωπούν συγκεκριμένες οικονομικές ελίτ σε κάθε χώρα και κάθε φορά ισορροπούν ανάμεσα σ' αυτά τα δύο, με καταστροφικά αποτελέσματα.

Προσωπικά, το έζησα αρκετά στο Δεκέμβρη του 2008, στον οποίο τα μέσα ξεκίνησαν κατά την άποψή μου να πουλάνε λιανική, όπου αφουγκράστηκαν στην αρχή τον κόσμο. Έδωσαν μάλιστα και μια θετική δυναμική στα γεγονότα, λέγοντας κάτω απ' την πίεση κάποια πράγματα που δεν θα τα έλεγαν διαφορετικά. Όταν άρχισαν όμως να απειλούνται οι ιδιοκτήτες τους ως τμήματα αυτής της ελίτ, είδαμε και αυτή τη στροφή στο πως αντιμετώπισαν το Δεκέμβρη. Νομίζω ότι αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα δύο πόδια στα οποία πατάνε σήμερα τα μέσα ενημέρωσης.

Όσον αφορά την εκδήλωση «Η διεθνής εμπειρία στην αντιμετώπιση της κρίσης», πιστεύετε πως τέτοιου είδους ενέργειες μπορούν να βοηθήσουν στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης; Τι θα λέγατε σε κάποιον, ώστε να τον πείσετε να συμμετέχει πιο ενεργά σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας;

Ουσιαστικά, αυτό που θέλω να πω και στην εκδήλωση είναι ότι οι χώρες που την πάτησαν περισσότερο είναι αυτές που κατάφεραν να πείσουν τον κόσμο ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Και εδώ έπαιξαν πολύ καθοριστικό ρόλο τα ΜΜΕ ως τμήματα των ελίτ που προστατεύουν τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό είναι που πρέπει να σπάσει, το ότι είναι ένας μονόδρομος που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, και ο καλύτερος τρόπος για να σπάσει είναι να φέρουμε παραδείγματα από το εξωτερικό. Νομίζω πολύ στοχευόμενα μας τα κρύβουν... Η Ελλάδα δεν έχει καμία παράδοση στο διεθνές ρεπορτάζ και αυτό είναι καταστροφικό, το βλέπουμε τώρα ότι δεν καταλάβαμε τι γινότανε όλα αυτά τα χρόνια στην Αργεντινή, τι γινότανε στη Ιρλανδία, τι γίνεται τώρα στην Ισλανδία ή τι είχε γίνει στον Ισημερινό. Μας τα έκρυψαν όλα αυτά, είναι και ένας λόγος που μας οδήγησε σε αυτήν την κατάσταση. Ο κόσμος δεν έχει ακούσει κάποια εναλλακτική λύση και τέτοιες εκδηλώσεις σίγουρα είναι μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση.

Ποια είναι η άποψή σας για την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα; Πώς φτάσαμε ως εδώ; Θεωρείτε ότι υπάρχει διέξοδος;

Είναι τεράστια συζήτηση το πώς φτάσαμε ως εδώ, γενικά η άποψή μου αν θα μπορούσα να τη συμπυκνώσω είναι ότι ζούμε μια δομική κρίση του οικονομικού συστήματος, η οποία μεταφράζεται σε κάθε περιοχή και κάθε χώρα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, στην Ευρώπη μας ήρθε ως κρίση της Ευρωζώνης, στην Ελλάδα μετουσιώθηκε περαιτέρω σε κάτι διαφορετικό και είδαμε τα ειδικά χαρακτηριστικά του χρέους. Το ΔΝΤ ήταν και παραμένει ο χωροφύλακας και ο προστάτης των τραπεζών και συγκεκριμένων δομικών συμφερόντων και ως τέτοιο ήρθε στην Ελλάδα, ήρθε να σώσει ουσιαστικά τις Ευρωπαϊκές τράπεζες.Τις τράπεζες δηλαδή του κέντρου, που απειλούνταν γιατί είχαν εκτεθεί πολύ στην περιφέρεια της Ευρώπης.

Γενικά, έχουμε δει ότι από όπου πέρασε το ΔΝΤ ισοπέδωσε τα πάντα, προκάλεσε τρομακτική φτώχεια, την οποία αρχίζουμε να τη βλέπουμε και στα αστικά κέντρα της Ελλάδας πλέον. Το ότι με το που ήρθε το ΔΝΤ -και αυτό δεν το ξέρει πολύς κόσμος- έπεσαν τηλέφωνα από ξένες ανθρωπιστικές οργανώσεις που μέχρι πρότινος δούλευαν στην υποσαχάρια Αφρική και είπαν «ετοιμαζόμαστε να ανοίξουμε γραφεία» κι ελληνικές οργανώσεις όπως οι Γιατροί του Κόσμου που δραστηριοποιούνταν στην Ουγκάντα είπαν "ερχόμαστε στην Αθήνα γιατί βλέπουμε κοινά προβλήματα", είναι νομίζω ενδεικτικό της απόλυτης καταστροφής που φέρνει σε κάθε του κίνηση.

Λύσεις στο πρόβλημα έχουν προταθεί, ο κοινός παρανομαστής είναι ότι δεν υπάρχει εύκολη λύση, όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσουμε είναι ματωμένος. Ωστόσο, έχουν υπάρξει προτάσεις όπως το τρίπτυχο της στάσης πληρωμών απ' το ευρώ κι εθνικοποίησης των τραπεζών, που όταν το έλεγε κάποιος πριν από τέσσερις πέντε μήνες όλοι έλεγαν «Τι λες, δε γίνεται κάτι τέτοιο». Πλέον, αρχίζουν mainstreamοικονομολόγοι να λένε ότι "δε μπορείτε να μείνετε σε μια τέτοια Ευρωζώνη που σας προκάλεσε το πρόβλημα, δε μπορείτε να αποπληρώσετε αυτό το χρέος οπότε πρέπει να γίνει κάποια διαπραγμάτευση". Δεν είναι ο σοσιαλισμός ή ο κουμμουνισμός που έρχεται ξαφνικά, είναι ένα πολύ πρακτικό ζήτημα που μπορεί να λυθεί.

Όλα αυτά νομίζω, μπορούν να γίνουν είτε με θετικούς είτε με αρνητικούς τρόπους. Δηλαδή, εάν η παύση πληρωμών επιβληθεί απ' έξω, μπορεί να είναι καταστροφική για τον κόσμο στην Ελλάδα. Πρέπει εμείς να την επιβάλλουμε, όπως ο κόσμος την επέβαλλε στην Αργεντινή ή στον Ισημερινό. Και για όλα αυτά, χρειάζεται να έρθει ο κόσμος στο προσκήνιο, να είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Πάνω σ΄ αυτό υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη πρωτοβουλία, να δημιουργηθεί μία επιτροπή λογιστικού ελέγχου, δηλαδή να ανοίξουν τα βιβλία. Είναι κάτι που έγινε στον Ισημερινό. Να δούμε πού χρωστάμε, με ποιους όρους έχουν συναφθεί αυτά τα δάνεια. Αυτό θα μας δείξει ότι κάποια είναι παράνομα και εντάσσονται σ' αυτό που λέγεται «απεχθές χρέος», το οποίο δικαιούμαστε να μην αποπληρωθεί.

Με ποιούς τρόπους πιστεύετε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της χώρας; Αν θέλατε να δώσετε ένα μήνυμα στον κόσμο, ποιο θα ήταν αυτό;

Το μήνυμα το οποίο μπορεί να παρερμηνευτεί, είναι ότι οι χώρες που κατάφεραν να ξεφύγουν και από το ΔΝΤ και από οποιαδήποτε αντίστοιχο, έλυσαν τα προβλήματά τους στο δρόμο. Δυστυχώς με τρομακτική βία, αλλά υπάρχει και η βία που ασκείται και μας έχουν μάθει να μην την θεωρούμε βία, δηλαδή η βία αυτή τη στιγμή του ΔΝΤ, της Τρόικας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ίδιας της κυβέρνησης. Μαζί δουλεύουν, είναι μια αόρατη συστημική βία, η οποία πρέπει κάπως να απαντηθεί.

Οι χώρες που τα κατέφεραν, τα κατάφεραν στον δρόμο. Συγκεκριμένα η Αργεντινή, δυστυχώς είχε είκοσι τρείς νεκρούς μέχρι να πει ο Κίρχνερ σταματάω τη συνεργασία με το ΔΝΤ, ο Ισημερινός αντίστοιχα, ακόμη και στην Ισλανδία που τους είχαμε ξεχασμένους, κατέβηκαν στον δρόμο και έκαναν το δημοψήφισμα όπου είπαν τελικά «δεν πληρώνουμε αυτούς που κερδοσκόπησαν εναντίον μας». Φοβάμαι ότι χρειάζεται μια πολύ δυναμική απάντηση, γιατί εξίσου δυναμική είναι η κατάσταση στην οποία μας έχουν φέρει.


Συνέντευξη: Χαρά Λεδάκη, για το περιοδικό Serious Magazine


Tags: οικονομική κρίση, αρης χατζηστεφανου, δημοσιογραφία, συνέντευξη


Στην ακτή των χαμένων ονείρων

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

akth_xamenwn_oneirwn

Κάπου κάποτε
Ονειρεύτηκα γαλάζια μπαλόνια
Ερχόταν απ΄ το βάθος μιας σκοτεινής αίθουσας
Αργά και σταθερά
Με πλησίαζαν όλο και πιο πολύ
Το λάτρευα κάποτε το γαλάζιο

Κάπου κάποτε
Ονειρεύτηκα μια ξύλινη βάρκα
Ερχόταν απ' τα βάθη μιας γαλήνιας θάλασσας
Αργά και σταθερά
Με πλησίαζε όλο και πιο πολύ
Τις λάτρευα κάποτε τις βάρκες

Ώσπου κάπου, κάποτε
Ξύπνησα κι αντίκρισα γαλάζια μπαλόνια
Ερχόσουν εσύ κρατώντας τα
Αργά και σταθερά
Πάνω σε μια ξύλινη βάρκα

Μα η βάρκα άρχισε ν' απομακρύνεται, όλο και πιο πολύ
Το γαλάζιο ξεθώριασε καθώς χανόσουν στον ορίζοντα
Κι έμεινα εκεί, στην ακτή των χαμένων ονείρων
Εκείνων των ονείρων που ψάχνουν μανιωδώς παραλήπτη,
Για να δώσουν νόημα στην ύπαρξή τους,
Τέτοιου είδους αποδείχτηκαν και τα δικά μου

Κι είχα μείνει ακίνητη, κάπου, κάποτε
Εκεί που σκάει το κύμα
Κι είμαι ακόμη εκεί
Ας με μαζέψει κάποιος, παρακαλώ
Ξεκολλήστε τα πόδια μου απ' την άμμο

Δεν έχω λόγους να περιμένω κάτι πια εδώ
Γιατί όσο κι αν φωνάζω: «Έι, εσύ, τα μπαλόνια είναι δικά μου
Η βάρκα ήρθε για μένα, άφησέ τη να 'ρθει πίσω!»
Πάλι δεν έχει νόημα, εδώ, στην ακτή των χαμένων ονείρων
Είναι ένα όνειρο που κλάπηκε ακόμη
Μαζί με όλα τα υπόλοιπα, όλων των υπολοίπων

Γι' αυτό θα φωνάξω μονάχα τελικά:
«Μπορεί να μου κλέψατε ένα όνειρο,
Όμως μου προσφέρατε έναν εφιάλτη.
Αποδέχομαι την ανταλλαγή.
Μπορώ να ξυπνήσω τώρα;»

Tags: ποίηση


Ποίηση στα λόγια μας

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Ship

Κάποτε υπήρχε ποίηση στα λόγια μας
Κάποτε
Στα μάτια σου χάραζε η αυγή όλου του κόσμου
Στα μάτια μου καθρεπτιζόταν το πιο αγνό το φως, απ' τη μορφή σου
Μα ο καθρέπτης χάθηκε
Πολύ βρωμιά, που να φανεί στο φως
Ένα κενό στα μάτια σου
Κι εγώ δεν έχω ποίηση για 'σένα πια
Όλα εξελίχτηκαν πεζά, συνηθισμένα
Τα μάτια σου και τα μάτια ενός εκατομμυρίου άλλων, ένα και το αυτό
Οι μόνες λάμψεις που λαμποκοπάν καμία φορά, είναι από την οργή σου
Θυμώνεις που χάθηκε η ποίηση
Λυπάμαι που δε μπορώ να στην προσφέρω πια
Προσπαθώ να σου εξηγήσω το γιατί
Μα δε μπορώ γιατί δεν με ακούς και δε με βλέπεις
Μάλλον θα φταίνε αυτά που χάθηκε,
Τα οργισμένα μάτια σου στον καθρέπτη, νομίζω με τυφλώνουν
Ξεγελώντας με πως βλέπω ακόμη λάμψεις απ' την ψυχή σου, μες τη βρωμιά
Κάποτε υπήρχε ποίηση στα λόγια μας
Τώρα, το μόνο που έχω να πω
Είναι πως τίποτα πια ανάμεσά μας δε μπορεί
Να γεννήσει κάποτε
Ποίηση στις ψυχές μας  

Tags: ποίηση