Το άρρωστό σου σώμα ποθεί τη λύτρωση. Το κουρασμένο σου μυαλό αναζητά τη διέξοδο, ανάμεσα σε σκοτεινά υπόγεια μονοπάτια που οδηγούν στην ψυχή σου. Μάταια όμως πια, το τείχος που έχει ανυψωθεί μπροστά σου φαντάζει ανυπέρβλητο. Ένα τείχος αποτυχημένων προσπαθειών είναι κι όσο κι αν το παλεύεις, δεν προβλέπεται να πέσει. Μπορείς να το διαπιστώσεις και μόνος σου, αν επιμένεις.
   Αναρωτιέσαι σίγουρα, γιατί σ' εσένα. Κι όσο συνεχίζεις να υποφέρεις μ' αυτή τη σκέψη, τόσο εκείνο εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται εκεί, για να θυμάσαι, να μην ξεχνάς πόσο λίγος είσαι συγκριτικά με όλο αυτό. Για να μην ονειρεύεσαι. Ένα βήμα πριν τον γκρεμό τα όνειρα σβήνουν, εξάλλου.
   Και πάνω που είχες πιστέψει πως όλα είναι πιθανά, να' σαι πάλι στο μηδέν, ψάχνοντας αντί για μια ηλιαχτίδα το απόλυτο σκοτάδι ώστε να βυθιστείς μέσα του. Καταδικασμένο πλάσμα ήσουν από την αρχή, μην ψάχνεις για σωτήρες. Τη διαδρομή σου γύρνα να κοιτάξεις, θα το δεις.
   Μονάχα μία πιθανή σωτηρία σου έχω βρει και στην προσφέρω. Όταν θα νιώσεις πως πατάς στο χείλος του γκρεμού, τότε... σταμάτα να με ακούς να σου λέω πως βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού. Άνοιξε τα μάτια σου, παραπλανημένε. Πεδιάδα έχει γύρω σου. Τι κλαίς;