Μαύρα πανιά σκεπάζουνε απόψε το λιμάνι
Και στα στενά σοκάκια ο κόσμος τραγουδάει απ΄ την ψυχή του
Όλοι τους υπερήφανοι που νίκησε το αλάνι
Στο χώμα όμως έκλαψε αυτός τη διαταγή του
Είχε κι εκείνος κάποτε μια αγάπη, όπως όλοι
Μόνο που αυτή δεν είχε σώμα, την λέγαν θάλασσα
Κι ένα καράβι έφτιαξε να φύγει απ' την πόλη
Για να τη βρει στα βάθη, να χαρεί ό,τι του χάλασαν
Τίποτε δεν είχε μείνει για εκείνον στη στεριά, όλα φαινόταν ξένα
Δηλητήριο ποτισμένα τα φεγγάρια τα χρυσά, φάνταζαν ψεύτικα στο βλέμμα
Το σπίτι του γκρεμίστηκε μια νύχτα με της μάνας του την γέννα
Στον κόσμο όταν τον έφερε, απ' τα νερά που σπάσαν ευθύς βγήκε στο αίμα
Έτσι για να τον σώσουνε του τόπου οι φωστήρες κι οι αρχηγοί
Το σχέδιο μόλις έμαθαν που είχε καταστρώσει
Είπαν στη θάλασσα αν ξανοιχτεί πια δε γυρνά, θα πάει για να πνιγεί
Τη ζωή του νόμισαν οι στενόμυαλοι πως πάει ν' αποτελειώσει
Τον έβαλαν λοιπόν στη μάχη να παλέψει μ' αντίπαλο τη θέληση
Τις ελπίδες του σβήνοντας, καρφί - καρφί τη βάρκα να διαλύσει
Μαζί και τ' όνειρο που τόσα χρόνια στης ζωής του το σκοτάδι ήταν η εξαίρεση
Αντίλογο δεν τόλμησε ν' ανοίξει, ήταν μόνος και λίγος για να επικρατήσει
Απόψε μουσική και χορός κατακλύζουν το λιμάνι
Ώσπου ένα τσουνάμι διακόπτει τη γιορτή στην άφιξή του
Όλοι τους τρομαγμένοι, εκτός από το αλάνι
Κανείς πια δε θα εμπόδιζε το θυμό που είχε η καλή του
Εκείνον διάλεξε να πάρει μαζί της στα βάθη που τόσο αγάπησε
Όχι στην επιφάνεια, όμως δεν έχει ούτε για κείνον σημασία
Ούτε κανένας άλλος δε θα 'χει πια αντίρρηση, αφού τους χάρισε
Την ευκαιρία να πάρει μόνο εκείνον, τους υπόλοιπους τους άφησε
Τους άφησε για να θυμάται κάποιος εκείνο το αλάνι
Εκείνον, που στο χώμα έκλαψε πικρά τη διαταγή του
Και από τότε μαύρα πανιά σκεπάζουν απ' άκρη σ' άκρη το λιμάνι
Από τότε στο γκρεμισμένο σπίτι κρύβομαι και ξαγρυπνάω στην αυλή του

Narfita
Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας εδώ