akth_xamenwn_oneirwn

Κάπου κάποτε
Ονειρεύτηκα γαλάζια μπαλόνια
Ερχόταν απ΄ το βάθος μιας σκοτεινής αίθουσας
Αργά και σταθερά
Με πλησίαζαν όλο και πιο πολύ
Το λάτρευα κάποτε το γαλάζιο

Κάπου κάποτε
Ονειρεύτηκα μια ξύλινη βάρκα
Ερχόταν απ' τα βάθη μιας γαλήνιας θάλασσας
Αργά και σταθερά
Με πλησίαζε όλο και πιο πολύ
Τις λάτρευα κάποτε τις βάρκες

Ώσπου κάπου, κάποτε
Ξύπνησα κι αντίκρισα γαλάζια μπαλόνια
Ερχόσουν εσύ κρατώντας τα
Αργά και σταθερά
Πάνω σε μια ξύλινη βάρκα

Μα η βάρκα άρχισε ν' απομακρύνεται, όλο και πιο πολύ
Το γαλάζιο ξεθώριασε καθώς χανόσουν στον ορίζοντα
Κι έμεινα εκεί, στην ακτή των χαμένων ονείρων
Εκείνων των ονείρων που ψάχνουν μανιωδώς παραλήπτη,
Για να δώσουν νόημα στην ύπαρξή τους,
Τέτοιου είδους αποδείχτηκαν και τα δικά μου

Κι είχα μείνει ακίνητη, κάπου, κάποτε
Εκεί που σκάει το κύμα
Κι είμαι ακόμη εκεί
Ας με μαζέψει κάποιος, παρακαλώ
Ξεκολλήστε τα πόδια μου απ' την άμμο

Δεν έχω λόγους να περιμένω κάτι πια εδώ
Γιατί όσο κι αν φωνάζω: «Έι, εσύ, τα μπαλόνια είναι δικά μου
Η βάρκα ήρθε για μένα, άφησέ τη να 'ρθει πίσω!»
Πάλι δεν έχει νόημα, εδώ, στην ακτή των χαμένων ονείρων
Είναι ένα όνειρο που κλάπηκε ακόμη
Μαζί με όλα τα υπόλοιπα, όλων των υπολοίπων

Γι' αυτό θα φωνάξω μονάχα τελικά:
«Μπορεί να μου κλέψατε ένα όνειρο,
Όμως μου προσφέρατε έναν εφιάλτη.
Αποδέχομαι την ανταλλαγή.
Μπορώ να ξυπνήσω τώρα;»