Σέρνονται
Σα φίδια στο χώμα σιωπηλά
Σαν παρασιτικά φυτά που σκαρφαλώνουν σε κορμούς ξένους, δανεικούς
Οι επιθυμίες σου είναι, για δές!
Αναρριχόμενες ψηλά, πίσω απ΄το τείχος ν' ανέβουν προσπαθούν
Να δουν κι αυτές τον ήλιο
Τον ήλιο, που φωτίζει ως εκεί που σέρνονται
Κι αφού το φώς του φτάνει ως εκεί και τις θεριεύει
Αυτές πώς δεν τον βλέπουν και πώς σέρνονται;
Χωρίς να ξέρουν ότι υπάρχει, υπνωτισμένες ακολουθούν
Και κυνηγούν αχτίδες με σκιρτήματα
Πόσο μάταιο
Αν πίσω απ΄το τείχος καταφέρουν κάποτε να δουν
Ο ήλιος θα απέχει ακόμα μίλια μακριά
Χιλιάδες χρόνια άμα τρέχουν πάλι θ΄απέχει
Γι΄αυτό, καλύτερα σου λέω, άσ΄τις να σέρνονται
Είναι η πραγματικότητα πικρή να την αντέξουν
Με το μαύρο πέπλο της βαριά θα τις πλακώσει
Γι΄αυτό σου λέω, άσε
Άφησέ τις εκεί
Στο φόβο μήπως και καούν
Αιώνια να σέρνονται να σε κατηγορούν
Χα! Ούτε έτσι γλιτώνεις λοιπόν
Τα φίδια στραγγαλίζουν λένε, πρόσεχε
Τρόμαξες; Ω μα ναί, κινδυνεύεις άμεσα
Γκρέμισε το τείχος, προλαβαίνεις ακόμα
Οδήγησέ τις να καούν μια και καλή
Μήπως έτσι γλιτώσεις
Μήπως και πάψουν πια
Τόσο ενοχλητικά και μίζερα
Για μια ζωή και δυό και τρείς
Αιώνια να σέρνονται...