umbrellaΠώς παραμένει τόσο ελκυστική η αύρα της παράνοιάς σου, φίλε μου;
Κι εγώ, που δε σε γνώρισα ποτέ αληθινά, ούτε θα σε μάθω,
Όσο κανείς ποτέ δεν πίστεψε σε άνθρωπο σε θαυμάζω.
Τ' αλλότρια συναισθήματα που σε κατέπνιγαν σε στρέψαν μακριά μας,
Μα νιώθω πως βρίσκεσαι ακόμη ανάμεσά μας.
Και με μεθάει του νου σου η αποστροφή
Απέναντι στην πραγματικότητα που σου φτιάξαμε
Χωρίς να σε ρωτήσουμε ούτε για το τυπικό της υπόθεσης,
Επειδή κατάλαβα πια, πως δεν έχει ολωσδιόλου σημασία ότι ήμαστε περισσότεροι.
Κρατούσαμε γερά το λάβαρο της ανοησίας που σκέπαζε τη μοναχική σου αλήθεια,
Αστείο που δεν το πρόσεξε κανένας ...;
Για τη μοίρα που μας περιμένει υπαίτιοι στεφόμαστε.
Κι εσύ, κάτω από μια ομπρέλα,
Στο πλήθος χαμένος,
Μας βλέπεις να πνιγόμαστε από μακριά.
Είναι δυνατόν άραγε να προσπαθείς ακόμη να μας σώσεις
Απ' την παγίδα που εμείς οι ίδιοι στήσαμε στον εαυτό μας;;