Δεν ξέρω τι θα περίμενα, ίσως. Μέσα απ' τον καθρέπτη δε θα 'βγαινε ποτέ ένας άγγελος, παρά μονάχα αντανακλάσεις. Αντανακλάσεις, υπαρκτές ή ανύπαρκτες, της φαντασίας και του μυαλού πολλές φορές. Δεν ξέρω τί θα ζήταγα, ίσως.
Η ανυπαρξία σου με σκότωνε. Γιγάντωνε και θέριευε, πνίγοντας και τη δική μου ύπαρξη. Σκιές μονάχα στον καθρέπτη. Τίποτα παραπάνω.
Κι αναρωτήθηκα τότε πρώτη φορά, τι θα γινόταν αν... Αν κάτι απρόσμενο μπορούσε να γεννήσει κάτι εξαίσιο, ή αν απλώς θα καίγαμε το τελευταίο μας χαρτί. Σε μια παρτίδα, που τα φύλλα δε μοιράστηκαν σωστά, εκείνο το χαρτί που χάθηκε, πάντα αυτό θα λείπει - το είχα υποπτευθεί. Κι αν δε λείψει πάλι σε κανένα, στο τελευταίο μοίρασμα ξανά πια θα φανεί. Μια παρτίδα που μένει συνεχώς ανολοκλήρωτη, κενή. Κι όσοι κι αν αλλάξουν χειρισμοί και συνδυασμοί, μονάχα απογοήτευση θα φέρουν, δε θα βγει. Λείπει το κωλοχαρτί από την τράπουλα, αυτό ό,τι κι αν γίνει δεν αλλάζει. Οι κανόνες του παιχνιδιού πάντα κανόνες θα παραμένουν, αδιάβλητοι.
Λείπει μια ζωή, σε κάθε παρτίδα λείπει. Ωστόσο, δεν είναι πως δεν ψάξαμε αρκετά, παντού το αναζήτησα κι εγώ προσωπικά. "Πίσω απ' τον καθρέπτη τελικά ίσως να κρύβεται", σκέφτηκα ξαφνικά, "μέσα απ' τον καθρέπτη να μας βλέπει να γελά". Κι αν κότσια είχα ισχυρά, θα έσπαγα τον κερατά να φανεί επιτέλους τι συμβαίνει εκεί. Το θέμα όμως είναι πάντα ότι: Αντέχεις τη σκηνή; Κι αν δε βρίσκεται ούτε εκεί, ούτε πουθενά αλλού στη γη;
"Άμα μπορείς να ζήσεις έτσι, μη με σπάς και πληγωθείς. Κι εγώ άδικα να χαλάσω, για ένα παλιοχαρτί που δεν είναι καν της προκοπής", ζητά ο καθρέπτης. Και ξέρει τί ζητάει, εκείνος το έχει βρει. Το θέμα είναι, εσύ; Δε μού 'δειξες ποτέ και το χαρτί να δω πώς είναι, να το αναγνωρίσω... Χωρίς λόγο τη ζωή του καθρέπτη να στερήσω, άμα λείπει κι από κεί το περιβόητο χαρτί;
"Μα είναι ψεύτης ο καθρέπτης, κυρά, μην τον ακούς. Εγώ εδώ υπάρχω, χρόνια πέρασαν μα ζώ. Τις μίζερες ζωές σας παρακολουθώ και ξέρεις έχει πλάκα, τον κάθε παλιομαλάκα που με βρίζει που όλο λείπω σαν κοιτώ! Και γελώ, ναι, πολλές φορές, για όλες τις ανούσιες παρτίδες και ζωές που πουθενά δεν καταλήγουν. Δεν ανάβουν, μόνο σβήνουν οι φωτιές και δεν τολμά κανείς να με κοιτάξει, πίσω απ' τον καθρέπτη είμαι ασφαλής. Τα βλέμματα του όχλου μονίμως στο τραπέζι, ρωτάν τις μάρκες, όμως δε με πρόδωσε ποτέ κανείς. Πώς όχι άλλωστε, αφού κρυψώνα έχω τέλεια, όλους εγώ τους βλέπω μα εμένανε κανείς. Βλέπεις, κυρά, δεν τόλμησε ουδείς μέσα στον εαυτό του ν' αντικρίσει και το χέρι του ν' απλώσει στον καθρέπτη πιο βαθιά. Όλοι επιφανειακά κοιτούν, ενώ ένα βήμα πίσω βρίσκομαι. Μα είμαι τόσο δίπλα, ειλικρινά, που την ανάσα σου ακουμπώ τούτη την ώρα!
Κυρά, να ξέρεις, δε χαρίζομαι ποτέ, κι αν τώρα σου μαρτύρησα πού κρύβομαι, είναι γιατί σε νιώθω αδύναμη, μικρή. Ο καθρεπτάκος μου από 'σέ να κινδυνέψει δε μπορεί, δεν είσαι απειλή. Έτσι που λες λοιπόν, με όλους σας γελάω τόσα χρόνια, ωστόσο είναι σκληρό, επειδή κανένας δε με βρίσκει να μ' ονομάζουνε γι' αυτό ανύπαρκτο. Υπάρχω εγώ κι υπήρχα πάντα, μαζί και όλες μου οι αισθήσεις, μ' αν θέλουν να κρυφτούν σε ψευδαισθήσεις, χίλιες φορές βαθύτερα θα κρύβομαι κι εγώ."
Ώσπου, το τζάμι έσπασε χίλια κομμάτια και όλα γίναν τόσο ξαφνικά, έπεσε το χαρτί μπροστά στα πόδια κι αίμα σταγόνες κύλησαν στο πάτωμα. Λέκιασαν τη φιγούρα, εκείνη, την περιβόητη. Εκείνη, που κανείς δε γνώριζε αν είναι αληθινή. Μα, να' την, πιο ζωντανή κι από τους ζωντανούς και με τρομάζει, το αίμα απο τα χέρια μου στο σπαθί της πάνω στάζει κι έξαλλη φωνάζει: "Εσύ, εσύ!" Εγώ, γιατί; Μα άξαφνα, ένας πόνος σφαδάζει τα δυο μου χέρια, σα να καρφώθηκαν μαχαίρια, ναι, ήμουν εγώ! Ναι, ήταν η δική μου η γροθιά που τον καθρέπτη έσπασε, δικό μου και το αίμα που στο χαρτί κυλάει. Ήμουν τελικά, όπως φάνηκε, πιο δυνατή από του φόβου την καυτή ανάσα. Έτσι, η φιγούρα τώρα πια εγκλωβίστηκε και θα το μάθουν όλοι, το τελευταίο της το μέρος χάθηκε για να κρυφτεί.
"Μη βιάζεσαι, κυρά, μη χαίρεσαι, τίποτα ακόμη δεν έχει κριθεί. Ποια κοινωνία νομίζεις συγχωρεί και θα δεχτεί που μάτωσες, σημάδεψες για πάντα και κατέστρεψες, της λειψής της τράπουλας το πολυπόθητο χαρτί; Όχι, δεν το μπορεί κανείς να συγχωρεί -το φόβο μπορούν όλοι- όμως το θάρρος σου, πλέον, μια για πάντα την ελπίδα έθαψε κι η τράπουλα σωστή, χωρίς εμένα, δε θα γίνει ποτέ πια."
Τότε, μια φωνή υστερική με αναγκάζει στο χαρτί φωτιά ν' ανάψω, ύστερα το χέρι μου να δέσω και να πάψω, να προσποιηθώ πώς τίποτε δεν έγινε σ' αυτή τη γειτονιά. Τίποτα παραπάνω από μια ανούσια κι ηλίθια ζημιά. Και η φωνή τον τελευταίο λόγο θέλησε να πει προς τη φιγούρα, που έντρομη απ' της φωτιάς τη λύσσα να ξεφύγει προσπαθούσε:
"Καλύτερα να καίγεσαι κι εσύ λοιπόν χαρτί, αφού η πράξη αυτή της αποκάλυψής σου από εμένα δε θα εκτιμηθεί από κανένα, ούτε καν από 'σένα που ξεσκλάβωσα με το δικό μου τίμημα και το δικό μου αίμα. Και ας με πουν ανόητη και ας με πουν κουτή, που τον καθρέπτη έσπασα δίχως λόγο, καθώς έτσι θα νομίζουν κι έτσι κι εγώ το προτιμώ. Σοφά τα τελευταία λόγια σου ήταν θαρρώ, γι' αυτό κι εγώ με τον τρόπο αυτό θα πράξω, τ' ομολογώ. Κι ό,τι καλό κι ό,τι κακό, στη στάχτη ας χαθεί. Κρυμμένος τόσα χρόνια, κάπου θα 'φταιξες κι εσύ. Η αλήθεια σου ματώνει, ο μύθος επιζεί κι έτσι θα συνεχίσει. Δε θα' μαι εγώ αυτή που παραμύθι θα διαλύσει. Αντίο παραμύθι μου, αντίο και στη ζωή. Δεν ήσουν περισσότερα κι εσύ, από ένα καμένο απλώς χαρτί.
Κι αν κάποτε τί έγινε ρωτήσουν οι γνωστοί, από απλή περιέργεια για 'κείνη τη φιγούρα στο χαρτί, κάθε καθρέπτη θα τους πω να διαλύσουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Την αλήθεια τη δικιά τους ν' αντικρίσουν, όσοι αντέχουν. Για σένα όμως, τίποτε δε θ' ακουστεί.
Λείπει κι έλειπε απ' την παρτίδα ένα χαρτί, όλη η ιστορία είναι αυτή. Φύλαξε το σπαθί σου κι αντίο σου, χαρτί. Η μήπως πίστεψες κι εσύ, πως περιστρέφεται ο κόσμος γύρω σου; Λυπάμαι μα κανείς δεν ασχολείται, σε μία κοινωνία καταναλωτική. Αύριο κιόλας νέα τράπουλα θ' αγοραστεί, δίχως ελλείψεις και δίχως ταραξίες που να συμβιβαστούν με τα δεδομένα δεν αντέχουν, όπως χρόνια τώρα έπραττες εσύ.
Μισό λεπτό, μετάνιωσα, μην καίγεσαι χαρτί!
Narfita
Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας εδώ