Με χάλασε ο κόσμος και τα χρόνια, μητέρα
Όσα ποτέ δεν καταλάβαινα, να' σουν από μια γωνιά να έβλεπες, πώς τώρα στους άλλους τα εξηγώ
Όσα δεν έζησα και ποτέ δε θα προλάβω, σαν ιστορίες παλιές τα φύλαξα σε ντουλάπια σκονισμένα, στην παλιά μας αποθήκη
Θα γινόσουν σπουδαία ζωγράφος, έμαθα, μητέρα
Το 'λεγαν φίλοι και γνωστοί, μας πώς να τους πιστέψω, όταν πινέλο δε σ' αντίκρισα ποτέ με μπογιά να λερώνεις
Είδα όμως σχέδιά σου έπειτα και τα θαύμασα, δικαίως σ' επαινούσαν
Θυμήθηκα αργότερα και το θείο, να προσπαθεί με μεράκι αληθινό να χτίσει την αποθήκη
Σα να 'ταν ο πιο ξακουστός κτίστης της υφηλίου
Μα απ' όσο γνωρίζω όλη του τη ζωή την πέρασε στο συνεργείο
Να επισκευάζει με τις ώρες όσα οι άλλοι χαλούσαν
Είδα και τον πατέρα μου να οδηγεί σαν επαγγελματίας κι έπειτα μαθαίνω πως, κάποτε, υπήρξε τέτοιος
Κάποτε, πριν καταπιαστεί με όσα θα έπρεπε να κάνει, με την γη που τον κράτησε δεμένο κοντά της
Είδα κι εμένα, να χαζεύω μπροστά σε μια οθόνη και να μιλάω στις λέξεις
Σα να μην έχω κάτι το καλύτερο να κάνω με την ύπαρξή μου
Πες μου, μητέρα,
Γιατί, μητέρα;
Ποιός σας εμπόδισε
Ποιός ξεθώριασε και τη δική μου τη ζωή
Άνθρωποι γύρω νιώθουν πόνο, οργή, απογοήτευση, ίσως κι ελπίδα
Κι εγώ να τους κοιτάζω όπως θα κοίταζαν οι άλλοι εμένα, όταν εγώ ήμουν αυτοί
Τι μπέρδεμα Θεέ
Να καταντάς όσα ποτέ δεν πίστευες πως θα γινόσουν κάποια μέρα
Απαθής, ανέκφραστος και στυμμένος σαν το λεμόνι
Να μη μπορείς να νιώσεις τίποτα πια, παρά μονάχα κατανόηση
Κατανόηση, γι' αυτούς που παλιά ήσουν εσύ
Κι εκείνοι να σε κοιτούν μ' αυτό το βλέμμα, σα να σκέφτονται πως ποτέ δε θα σου μοιάσουν, κι όμως...
Τι τραγική ειρωνεία που είναι η ζωή
Έτσι που λες μητέρα
Μια μέρα με ήλιο
Σκέφτηκα να φτιάξω κι εγώ έναν πίνακα
Να τον βάλω κι εγώ στο ράφι, να δείχνω τι ήμουν κάποτε
Μα σε μια έσχατη προσπάθεια να γλιτώσω το αναπόφευκτο,
Πάνω που ξεπέρασα την πίκρα που εσύ δεν τα κατάφερες
Πάνω που είπα να το παλέψω, μήπως διαρκέσουν πιο πολύ οι δικές μου αλκυονίδες μέρες
Τότε λοιπόν τι κρίμα, το θυμήθηκα
Πως εγώ δεν είχα καν ποτέ πινέλα...
Δημοφιλείς εγγραφές
Απρόβλεπτο (12)
Τα βήματά μου (9)
Παραπλανημένε... (6)
Το πρώην παιδί - θαύμα (6)
Της αγανάκτησης γέννημα (4)
Subscribe to Μονοπάτια του μυαλού by Email
Στις μέρες της αυτάρκειας και της ευμάρειας, ζούσε ένας νεαρός στην Πεντάμορφη Πόλη. Η πόλη αυτή είχε τα πάντα: ιστορία, πολιτισμό, αγαθά και οι κάτοικοί της ζούσαν χαρούμενοι, δίπλα σε καταπράσινα δενδροφύτευτα πάρκα με σιντριβάνια. Όσο για τα σπίτια τους, ήταν σκέτα στολίδια Αρχιτεκτονικής και κομψότητας.
Ώσπου μια μέρα, ο νεαρός αυτής της πόλης θεώρησε πως είναι πρέπον να επισκεφτούν όλοι την πόλη, ξένοι και περαστικοί, για να την θαυμάσουν και να την πλουτίσουν ακόμη πιο πολύ. Γιατί μπορεί να είχαν τα ομορφότερα φυτά, όμως μαργαριτάρια ο τόπος τους δεν αντίκρισε ποτέ, ούτε διαμάντια. Τι κι αν οι ράφτες της Πεντάμορφης Πόλης φτιάχναν ρούχα ολοκέντητα με το καλύτερο μετάξι; Χρυσός ποτέ δε στόλισε το λαιμό καμιάς γυναίκας. Μα όσο κι αν ο νεαρός επέμενε να πείσει τους κατοίκους, εκείνοι αδιαφορούσαν. Χρυσό δεν είχαν δει ποτέ, ούτε που γνώριζαν τι πάει να πει αυτή η λέξη.
Τότε ο νεαρός σκαρφίστηκε ένα σχέδιο: έμπασε κρυφά έναν έμπορο μέσα στην Πεντάμορφη Πόλη. Κόσμος μαζεύτηκε στην πλατεία, χιλιάδες μάτια να θαυμάζουν την πραμάτεια του. Έπειτα, θέλησαν ν' αποκτήσουν όσο περισσότερα από εκείνα τα γυαλιστερά πραγματάκια μπορούσαν. Οι γυναίκες έκτοτε άρχισαν να ζητούν στολίδια απ' τους άνδρες και οι άνδρες ν' ανταγωνίζονται για το ποιος έχει μεγαλύτερο πλήθος από τα γυαλιστερά αντικείμενα. Όσο το πλήθος, τόση και η δόξα, στην άλλοτε ήσυχη πόλη.
Προφανώς μετά από όλα αυτά, όλοι συμφώνησαν στην αναγκαιότητα των ξένων. Σε αντάλλαγμα έδιναν λίγη από τη γη τους, αλλά τι τους ένοιαζε; Ζούσαν στην πόλη της αυτάρκειας, δε θα τους έλειπε ποτέ κάτι. Έτσι, κάποια στιγμή αποφασίστηκε ν' αλλάξει όνομα η πόλη. Την ονόμασαν λοιπόν μ' ένα αντάξιό της όνομα: Πόλη της Αφθονίας. Και τα χρόνια περνούσαν. Κι ο νεαρός, δοξασμένος και ευτυχής, πλούτιζε όλο και περισσότερο, μαζί και οι βοηθοί και οι πιστοί ακόλουθοι των ιδεών του.
Όμως, τα χρόνια περνούσαν και η Πόλη της Αφθονίας άρχισε να παρακμάζει. Οι κάτοικοι πια είχαν χρυσό και αυτοκίνητα ακριβά, όμως το φαγητό όλο και λιγόστευε. Το είχαν ανταλλάξει όλο, ξεπούλησαν μέχρι και τα σπάνια φυτά τους να φυτρώνουν σε άλλους κήπους πια, μια και στην Πόλη της Αφθονίας υπήρχαν πια κοινωνικές τάξεις που δεν είχαν μέτρο σύγκρισης φυτά. Ο νεαρός ωστόσο είχε πια γεράσει και διορατικός όπως ήταν, έβλεπε την καταστροφή να πλησιάζει. «Δικές τους ευθύνες», σκεφτόταν χωρίς ενοχές. «Εγώ απλά τους έδωσα την επιλογή». 'Έτσι κυλούσαν οι σκέψεις του και για να σώσει το τομάρι του πριν πουληθεί κάθε σπιθαμή γης στους ξένους, έφυγε σε πόλη μακρινή. Κι ήταν ευτυχισμένος, τα πάντα κύλησαν όπως τα είχε φανταστεί κι ακόμη καλύτερα.
Μόλις διάβηκε την πύλη της άγνωστης πόλης που πρωτοσυνάντησε στο διάβα του, συνειδητοποίησε πως ήταν πιο όμορφη και από την αλλοτινή Πεντάμορφη Πόλη. Έτσι, χαρούμενος και ψηλομύτης, περπάτησε αγέρωχα ως το γραφείο του Συμβουλίου της πόλης και ζήτησε το καλύτερο σπίτι, εκείνο με τους κρεμαστούς κήπους που είχε θέα όλο το πέλαγος. Λεφτά διέθετε υπεραρκετά για ν' αγοράσει τη μισή πόλη και σίγουρος για τον εαυτό του, φανταζόταν ήδη την ύπαρξή του ως άρχοντα ανάμεσα στους άρχοντες αυτού του νέου τόπου.
Ωστόσο, προς έκπληξή του, ο σύμβουλος τον απέρριψε κατηγορηματικά. «Με ποια προσόντα ήρθες εδώ και τι διεκδικείς, ξένε; Είσαι άγνωστος για εμάς, το πνεύμα σου δεν έχει ωφελήσει σε τίποτα τον τόπο μας, γιατί η πόλη σου είναι άλλη και όχι τούτη εδώ. Άμα δεν πρόσφερες εκεί, καταφύγιο εδώ να μην ζητάς». Μάταια εκείνος προσπαθούσε να τους πείσει, μα δεν είχε φανταστεί πως θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να έχουν διαφορετική νοοτροπία. Ο σύμβουλος όμως του ξεκαθάρισε πως στην Πόλη της Ειλικρίνειας κανείς δεν ήταν ανώτερος από κάποιον άλλο, ούτε και προσπαθούσε να πείσει ως τέτοιος. Ακόμη και το σπίτι που του ζήτησε, δεν ήταν σπίτι μα το ίδρυμα για τους ηλικιωμένους, που ανταμειβόταν έτσι για τους κόπους μιας ζωής. Του είπε ακόμη πως χρυσό η Πόλη της Ειλικρίνειας δεν είχε ανάγκη - είχε ξύλα όμορφα και πέτρες ζηλευτές.
Ο γέροντας ακούγοντας τα λόγια αυτά συγχύστηκε, πίστεψε πως οι άνθρωποι αυτοί σίγουρα έχουν χάσει τα λογικά τους και πως θα πρόκειται για την Πολιτεία των Τρελών. Έτσι, απαξίωσε κι αυτούς και την τάχα όμορφη πόλη τους κι έφυγε για άλλα μέρη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εξάλλου, η Υπέρτατη Πόλη βρισκόταν μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά.
Ωστόσο, ο δρόμος ως την επόμενη πόλη τελικά ήταν μακρύς και στα μισά του δρόμου ένιωσε μια κόπωση. Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούσαν σ' αυτά τα μέρη, μα ούτε δέντρα εντόπισε ώστε να ξαποστάσει στον ίσκιο τους. Χρήματα κουβαλούσε πολλά και χρυσό, όμως τι να τον κάνει στη μέση της Ερήμου; Μπορούσε ν' αγοράσει τα πάντα, όμως δεν υπήρχε τίποτε τριγύρω που να μπορεί να αγοραστεί. Ώσπου, ξαφνικά, φάνηκε να πλησιάζει ένας νερουλάς πάνω σ' ένα ξύλινο κάρο. Το πρόσωπο του γέροντα φωτίστηκε ξανά - επιτέλους είχε βρεθεί η λύση. Έτσι, ο γέροντας μπήκε μπροστά στο δρόμο του και εμπόδισε τον νερουλά να συνεχίσει. Εκείνος με τη σειρά του ταράχτηκε από την απρόσμενη συνάντηση, το άλογο χλιμίντρισε και το κάρο κόντεψε να τον πατήσει με τις μεγάλες ρόδες του.
«Θέλω νερό και να με πας στην πόλη», είπε ο γέροντας. Ο νερουλάς φάνηκε να ενοχλείται με την αγένειά του. «Αυτά τα νερά είναι μετρημένα, να ζητήσεις από αλλού νερό», του απάντησε. Τότε ο γέροντας χαμογέλασε πονηρά και έβγαλε από την τσέπη του μερικά χρυσά νομίσματα. «Τα αγοράζω... όλα. Και το κάρο. Πήγαινέ με τώρα εκεί που σου ζήτησα».
Ξαφνικά, ο νερουλάς αντικρίζοντας τον χρυσό τράβηξε τα γκέμια του αλόγου απότομα και φώναξε έντρομος: «Είσαι από την καταραμένη πόλη! Η φήμη σας έχει φτάσει ως εδώ, όμως καμία πόλη δε θα δεχτεί κάποιον από εσάς να την αλλοτριώσει!». Αυτά ήταν τα λόγια του και αφού τα είπε, ξεκίνησε να συνεχίσει το δρόμο του προς την Υπέρτατη Πόλη. Τότε, ήταν η πρώτη φορά που ο γέροντας ένιωσε δακτυλοδεικτούμενος, σα να είχε διαπράξει κάποια απεχθής πράξη. «Στα δίνω όλα για λίγο νερό!», φώναξε στο τέλος ο γέροντας απεγνωσμένα. Ο νερουλάς κοντοστάθηκε κι επειδή τον λυπήθηκε, του πέταξε ένα μπουκάλι, χωρίς όμως να δεχθεί να τον πάρει.
«Να πας στην Πόλη των Ξεχασμένων, είναι προς τα πίσω... Κι εγώ δε θα πω σε κανέναν πως υπήρξες στ' αλήθεια, ούτε εσύ ούτε η πόλη σου», του είπε και τον άφησε στα μισά του δρόμου, να προσπαθεί να καταλάβει τι μπορεί να πήγε τόσο στραβά. Ώσπου, απρόσμενα, ο γέροντας ένιωσε μια νοσταλγία για την Πεντάμορφη Πόλη και θέλησε να επιστρέψει εκεί. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα... Η Πεντάμορφη Πόλη είχε πια ξεχαστεί από Θεούς κι ανθρώπους και κανένας δεν την είχε ακουστά, παρά μονάχα στη θέση της επιζούσε μια κακή απομίμησή της: Η Πόλη των Αλλοτριωμένων...
Δεν ξέρω ούτε με νοιάζει σε ποια πόλη περπατάω
Χτες ο φταίχτης ήταν η σκόνη και σήμερα οι καπνοί
Δε βλέπω που πηγαίνω ούτε ξέρω τι ζητάω
Ένα κενό μες την ψυχή μου μεγαλώνει
Ένα κενό, που θρέφει χρόνια η παρακμή
Άραγε φταίω εγώ; Φταίει ο κόσμος ή οι δρόμοι;
Όπου σταθώ σκοντάφτω και συντρίβομαι στη γη
Τα πάντα είναι ένας κύκλος, μες τη ζωή
Όσα σπέρνω θα θερίζω κι όπου αξίζει θα προσφέρω
Μα αν ένα θαύμα είναι κάπου να συμβεί
Εύχομαι να' ναι εδώ και να' ναι τώρα που υποφέρω
Σκόρπιες σκέψεις και φωνές
Την ψυχή μου μαυρίζουν σημάδια του χτες
Σκόρπιοι ανέμοι εδώ κι εκεί
Ό,τι χτίζω θα πέφτει κι ό,τι χτίζεις μαζί
Μα είχα μια ελπίδα, έχω μια ελπίδα
Σαν πέφτουν γύρω μου χιλιάδες πια οι σφαίρες
Πως θα 'ρθει η ώρα που του νου η λεπίδα
Θα πάψει να ματώνει πλέον τις γαλάζιες μέρες
Πώς παραμένει τόσο ελκυστική η αύρα της παράνοιάς σου, φίλε μου;
Κι εγώ, που δε σε γνώρισα ποτέ αληθινά, ούτε θα σε μάθω,
Όσο κανείς ποτέ δεν πίστεψε σε άνθρωπο σε θαυμάζω.
Τ' αλλότρια συναισθήματα που σε κατέπνιγαν σε στρέψαν μακριά μας,
Μα νιώθω πως βρίσκεσαι ακόμη ανάμεσά μας.
Και με μεθάει του νου σου η αποστροφή
Απέναντι στην πραγματικότητα που σου φτιάξαμε
Χωρίς να σε ρωτήσουμε ούτε για το τυπικό της υπόθεσης,
Επειδή κατάλαβα πια, πως δεν έχει ολωσδιόλου σημασία ότι ήμαστε περισσότεροι.
Κρατούσαμε γερά το λάβαρο της ανοησίας που σκέπαζε τη μοναχική σου αλήθεια,
Αστείο που δεν το πρόσεξε κανένας ...;
Για τη μοίρα που μας περιμένει υπαίτιοι στεφόμαστε.
Κι εσύ, κάτω από μια ομπρέλα,
Στο πλήθος χαμένος,
Μας βλέπεις να πνιγόμαστε από μακριά.
Είναι δυνατόν άραγε να προσπαθείς ακόμη να μας σώσεις
Απ' την παγίδα που εμείς οι ίδιοι στήσαμε στον εαυτό μας;;
"Όλα άρχισαν αρκετά χρόνια πριν. Το 1876, ο Γερμανοεβραίος Γιουτζίν Γκολντστάιν ανακάλυψε ότι έναν άδειο γυάλινο σωλήνα κενό από αέρα, οι δύο άκρες του οποίου έχουν διαφορετικό ηλεκτρικό δυναμικό, διαπερνά ροή ακτινοβολίας από τον αρνητικό πόλο (κάθοδος) στον θετικό (άνοδος)."
Όλα μ@@κίστηκαν αρκετά χρόνια μετά. Κάποιος, του οποίου η ταυτότητα παραμένει άγνωστη για ευνόητους λόγους (λόγω σεμνότητας όχι κάτι άλλο), ανακάλυψε πως ένας εγκέφαλος κενός από κριτική ικανότητα, όταν δέχεται καθημερινά τόνους σκουπιδιών, διαπερνάται από ροή ηλιθιότητας (παρακμή) την οποία εν συνεχεία μεταδίδει στο περιβάλλον του (πολλαπλασιασμός).
Κι εγένετο τηλεόραση.
Φυλάω καιρό ένα μυστικό βαθιά κρυμμένο, τόσο που κι εγώ είναι φορές που το ξεχνώ. Δε σ' ενδιαφέρει, το γνωρίζω, αλλά επιμένω, δε μ' εμποδίζει κάτι τέτοιο ό,τι θέλω να στο πω. Και ποιό είναι αυτό; Μη βιάζεσαι, ταράζομαι, τα λόγια μου ξεχνώ...
Άλλο πια όμως δε σε καθυστερώ, άκου με την καρδιά σου ν' αντέξω να στο πώ:
Ζω ζωές παράλληλες, χάνομαι σε κόσμους διαφορετικούς, μ' ακούς; Τι είναι ανυπόστατο και τι αληθινό, να καθορίσω εύκολα ποτέ δεν το μπορώ. Πως θα μπορούσα; Όταν τα' αστέρι εκεί ψηλά κοιτάζω πια θυμάμαι, θυμάμαι πως ξεχνάω πάντα τα σημαντικά. Εκείνα τ' ανυπόστατα που κάνουν στη ζωή τη διαφορά η ακόμη κι όχι, πάντως υπάρχουν κι ας μη δίνει σημασία κανένας πια.
Μα πόσο κρίμα κι άδικο, νιώθω σαν τον κατάδικο πραγματικά, εγκλωβισμένο το μυαλό γιατί να πρέπει να κινείται σε τόσες διαστάσεις; Τόσο που να ξαποστάσεις δε μπορείς καμιά φορά, να καταλήξεις πια σε ένα κόσμο, ένα μέρος, μία αντίληψη ... Κι αν είναι αυτή μια σύλληψη ιδέας μεγαλόπνοης που να γεννηθεί ποτέ δε θα μπορέσει, τουλάχιστον θα ζήταγα ο ένας κόσμος με τον κάθε άλλο να απεμπλακεί επιτέλους, έστω ας φαντάζουν φυσιολογικές όλες μου οι παράλληλες ζωές!
Κι αν κάποιος ζει σ' αυτό το αστέρι, αν ένα πνεύμα μες τη γλάστρα κατοικεί, σε πίνακα ζωγραφικής απεικονίζεται ένα χέρι κι ένα πόδι αν πατάει σ' άλλη γη, στη σκόνη που τ' αγγίζει εγώ μαζί τους είμαι εκεί. Ταυτόχρονα, παράλληλα και μ' όλες τις αισθήσεις, φρενοβλαβές μυαλό με υψηλές απαιτήσεις που ένας μονάχα κόσμος για να καλυφθεί δεν του αρκεί. Κι άραγε, αυτή την ιδιότητα αν κάποιος κάπως μου τη χάρισε, αν είναι για καλό στο τέλος θα φανεί, στα τέλη δηλαδή όλα τα παράλληλα μαζί. Κάτι παραπάνω θα γνώριζαν οι σοφοί: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».
«Να ζει κανείς η να μη ζει;» Δεν είναι πλέον η απορία αυτή, το θέμα είναι η ιστορία μας να είναι αληθινή. Μέσα από τις συνθήκες κι ας είναι δυσμενείς, να μπορέσεις ως άτομο κι οντότητα να ολοκληρωθείς. Να γίνεις όλα αυτά που θα μπορούσες, εκείνα που σου δίνουν ένα νόημα ύπαρξης. Ωστόσο, όσον αφορά εμένα, είμαι περίπτωση ιδιαίτερης διαχείρισης - άλλο να ζεις σε ένα κόσμο άλλο σε δέκα. Τότε πια δεν αρκεί ο στόχος ο απώτερος, καθώς άμα ο επιλεγμένος κόσμος αποδειχθεί ακατάλληλος, να εκπληρωθεί δε θα μπορέσει παρά μόνο στο μυαλό- άρα ο κόπος άδικος. Και ξεπροβάλλει πάλι η αιώνια απορία, ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, τι είναι υπαρκτό και τι ανύπαρκτο κι αν όλα αυτά απλά είναι μόνο σκέψεις, μόνο λέξεις που βασανίζουν το μυαλό.
Μα βρήκα την απάντηση νομίζω και σ' αυτό: Θα πάψω να το σκέφτομαι και πια θα κοιμηθώ- ελπίζοντας να μην ονειρευτώ και συνεχίσει ο προβληματισμός κι εκεί. Φαντασία μου πλανεύτρα που είσαι η πιο μεγάλη ψεύτρα, όπως και το λαϊκό άσμα ομολογεί, για σήμερα η μόνη αποστολή σου είναι αυτή: Κοιμήσου, επιτέλους, να ησυχάσουμε- κι εμείς κι εσύ κι αυτή. Εύχομαι να' ναι μεγάλη η νύχτα. Καληνύχτα.
Δεν ξέρω τι θα περίμενα, ίσως. Μέσα απ' τον καθρέπτη δε θα 'βγαινε ποτέ ένας άγγελος, παρά μονάχα αντανακλάσεις. Αντανακλάσεις, υπαρκτές ή ανύπαρκτες, της φαντασίας και του μυαλού πολλές φορές. Δεν ξέρω τί θα ζήταγα, ίσως.
Η ανυπαρξία σου με σκότωνε. Γιγάντωνε και θέριευε, πνίγοντας και τη δική μου ύπαρξη. Σκιές μονάχα στον καθρέπτη. Τίποτα παραπάνω.
Κι αναρωτήθηκα τότε πρώτη φορά, τι θα γινόταν αν... Αν κάτι απρόσμενο μπορούσε να γεννήσει κάτι εξαίσιο, ή αν απλώς θα καίγαμε το τελευταίο μας χαρτί. Σε μια παρτίδα, που τα φύλλα δε μοιράστηκαν σωστά, εκείνο το χαρτί που χάθηκε, πάντα αυτό θα λείπει - το είχα υποπτευθεί. Κι αν δε λείψει πάλι σε κανένα, στο τελευταίο μοίρασμα ξανά πια θα φανεί. Μια παρτίδα που μένει συνεχώς ανολοκλήρωτη, κενή. Κι όσοι κι αν αλλάξουν χειρισμοί και συνδυασμοί, μονάχα απογοήτευση θα φέρουν, δε θα βγει. Λείπει το κωλοχαρτί από την τράπουλα, αυτό ό,τι κι αν γίνει δεν αλλάζει. Οι κανόνες του παιχνιδιού πάντα κανόνες θα παραμένουν, αδιάβλητοι.
Λείπει μια ζωή, σε κάθε παρτίδα λείπει. Ωστόσο, δεν είναι πως δεν ψάξαμε αρκετά, παντού το αναζήτησα κι εγώ προσωπικά. "Πίσω απ' τον καθρέπτη τελικά ίσως να κρύβεται", σκέφτηκα ξαφνικά, "μέσα απ' τον καθρέπτη να μας βλέπει να γελά". Κι αν κότσια είχα ισχυρά, θα έσπαγα τον κερατά να φανεί επιτέλους τι συμβαίνει εκεί. Το θέμα όμως είναι πάντα ότι: Αντέχεις τη σκηνή; Κι αν δε βρίσκεται ούτε εκεί, ούτε πουθενά αλλού στη γη;
"Άμα μπορείς να ζήσεις έτσι, μη με σπάς και πληγωθείς. Κι εγώ άδικα να χαλάσω, για ένα παλιοχαρτί που δεν είναι καν της προκοπής", ζητά ο καθρέπτης. Και ξέρει τί ζητάει, εκείνος το έχει βρει. Το θέμα είναι, εσύ; Δε μού 'δειξες ποτέ και το χαρτί να δω πώς είναι, να το αναγνωρίσω... Χωρίς λόγο τη ζωή του καθρέπτη να στερήσω, άμα λείπει κι από κεί το περιβόητο χαρτί;
"Μα είναι ψεύτης ο καθρέπτης, κυρά, μην τον ακούς. Εγώ εδώ υπάρχω, χρόνια πέρασαν μα ζώ. Τις μίζερες ζωές σας παρακολουθώ και ξέρεις έχει πλάκα, τον κάθε παλιομαλάκα που με βρίζει που όλο λείπω σαν κοιτώ! Και γελώ, ναι, πολλές φορές, για όλες τις ανούσιες παρτίδες και ζωές που πουθενά δεν καταλήγουν. Δεν ανάβουν, μόνο σβήνουν οι φωτιές και δεν τολμά κανείς να με κοιτάξει, πίσω απ' τον καθρέπτη είμαι ασφαλής. Τα βλέμματα του όχλου μονίμως στο τραπέζι, ρωτάν τις μάρκες, όμως δε με πρόδωσε ποτέ κανείς. Πώς όχι άλλωστε, αφού κρυψώνα έχω τέλεια, όλους εγώ τους βλέπω μα εμένανε κανείς. Βλέπεις, κυρά, δεν τόλμησε ουδείς μέσα στον εαυτό του ν' αντικρίσει και το χέρι του ν' απλώσει στον καθρέπτη πιο βαθιά. Όλοι επιφανειακά κοιτούν, ενώ ένα βήμα πίσω βρίσκομαι. Μα είμαι τόσο δίπλα, ειλικρινά, που την ανάσα σου ακουμπώ τούτη την ώρα!
Κυρά, να ξέρεις, δε χαρίζομαι ποτέ, κι αν τώρα σου μαρτύρησα πού κρύβομαι, είναι γιατί σε νιώθω αδύναμη, μικρή. Ο καθρεπτάκος μου από 'σέ να κινδυνέψει δε μπορεί, δεν είσαι απειλή. Έτσι που λες λοιπόν, με όλους σας γελάω τόσα χρόνια, ωστόσο είναι σκληρό, επειδή κανένας δε με βρίσκει να μ' ονομάζουνε γι' αυτό ανύπαρκτο. Υπάρχω εγώ κι υπήρχα πάντα, μαζί και όλες μου οι αισθήσεις, μ' αν θέλουν να κρυφτούν σε ψευδαισθήσεις, χίλιες φορές βαθύτερα θα κρύβομαι κι εγώ."
Ώσπου, το τζάμι έσπασε χίλια κομμάτια και όλα γίναν τόσο ξαφνικά, έπεσε το χαρτί μπροστά στα πόδια κι αίμα σταγόνες κύλησαν στο πάτωμα. Λέκιασαν τη φιγούρα, εκείνη, την περιβόητη. Εκείνη, που κανείς δε γνώριζε αν είναι αληθινή. Μα, να' την, πιο ζωντανή κι από τους ζωντανούς και με τρομάζει, το αίμα απο τα χέρια μου στο σπαθί της πάνω στάζει κι έξαλλη φωνάζει: "Εσύ, εσύ!" Εγώ, γιατί; Μα άξαφνα, ένας πόνος σφαδάζει τα δυο μου χέρια, σα να καρφώθηκαν μαχαίρια, ναι, ήμουν εγώ! Ναι, ήταν η δική μου η γροθιά που τον καθρέπτη έσπασε, δικό μου και το αίμα που στο χαρτί κυλάει. Ήμουν τελικά, όπως φάνηκε, πιο δυνατή από του φόβου την καυτή ανάσα. Έτσι, η φιγούρα τώρα πια εγκλωβίστηκε και θα το μάθουν όλοι, το τελευταίο της το μέρος χάθηκε για να κρυφτεί.
"Μη βιάζεσαι, κυρά, μη χαίρεσαι, τίποτα ακόμη δεν έχει κριθεί. Ποια κοινωνία νομίζεις συγχωρεί και θα δεχτεί που μάτωσες, σημάδεψες για πάντα και κατέστρεψες, της λειψής της τράπουλας το πολυπόθητο χαρτί; Όχι, δεν το μπορεί κανείς να συγχωρεί -το φόβο μπορούν όλοι- όμως το θάρρος σου, πλέον, μια για πάντα την ελπίδα έθαψε κι η τράπουλα σωστή, χωρίς εμένα, δε θα γίνει ποτέ πια."
Τότε, μια φωνή υστερική με αναγκάζει στο χαρτί φωτιά ν' ανάψω, ύστερα το χέρι μου να δέσω και να πάψω, να προσποιηθώ πώς τίποτε δεν έγινε σ' αυτή τη γειτονιά. Τίποτα παραπάνω από μια ανούσια κι ηλίθια ζημιά. Και η φωνή τον τελευταίο λόγο θέλησε να πει προς τη φιγούρα, που έντρομη απ' της φωτιάς τη λύσσα να ξεφύγει προσπαθούσε:
"Καλύτερα να καίγεσαι κι εσύ λοιπόν χαρτί, αφού η πράξη αυτή της αποκάλυψής σου από εμένα δε θα εκτιμηθεί από κανένα, ούτε καν από 'σένα που ξεσκλάβωσα με το δικό μου τίμημα και το δικό μου αίμα. Και ας με πουν ανόητη και ας με πουν κουτή, που τον καθρέπτη έσπασα δίχως λόγο, καθώς έτσι θα νομίζουν κι έτσι κι εγώ το προτιμώ. Σοφά τα τελευταία λόγια σου ήταν θαρρώ, γι' αυτό κι εγώ με τον τρόπο αυτό θα πράξω, τ' ομολογώ. Κι ό,τι καλό κι ό,τι κακό, στη στάχτη ας χαθεί. Κρυμμένος τόσα χρόνια, κάπου θα 'φταιξες κι εσύ. Η αλήθεια σου ματώνει, ο μύθος επιζεί κι έτσι θα συνεχίσει. Δε θα' μαι εγώ αυτή που παραμύθι θα διαλύσει. Αντίο παραμύθι μου, αντίο και στη ζωή. Δεν ήσουν περισσότερα κι εσύ, από ένα καμένο απλώς χαρτί.
Κι αν κάποτε τί έγινε ρωτήσουν οι γνωστοί, από απλή περιέργεια για 'κείνη τη φιγούρα στο χαρτί, κάθε καθρέπτη θα τους πω να διαλύσουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Την αλήθεια τη δικιά τους ν' αντικρίσουν, όσοι αντέχουν. Για σένα όμως, τίποτε δε θ' ακουστεί.
Λείπει κι έλειπε απ' την παρτίδα ένα χαρτί, όλη η ιστορία είναι αυτή. Φύλαξε το σπαθί σου κι αντίο σου, χαρτί. Η μήπως πίστεψες κι εσύ, πως περιστρέφεται ο κόσμος γύρω σου; Λυπάμαι μα κανείς δεν ασχολείται, σε μία κοινωνία καταναλωτική. Αύριο κιόλας νέα τράπουλα θ' αγοραστεί, δίχως ελλείψεις και δίχως ταραξίες που να συμβιβαστούν με τα δεδομένα δεν αντέχουν, όπως χρόνια τώρα έπραττες εσύ.
Μισό λεπτό, μετάνιωσα, μην καίγεσαι χαρτί!
Μια φιγούρα, νωχελικά, τον ίδιο δρόμο διασχίζει
Εκείνον το δρόμο, που δεν άλλαξε από χτες
Τα μακριά μαλλιά της ο άνεμος παρασύρει
Και κάπου - κάπου απ' τον αέρα αποκαλύπτονται ουλές
Έπειτα, ξαναπέφτουν απαλά στους ώμους της
Κι αγκαλιάζουν το κορμί της σκούρα ρούχα
Προβληματίζει με το περίεργο φέρσιμό της
Καρφωμένο όλο στο έδαφος το βλέμμα
Είναι πρωταγωνίστρια, μα σ' ένα έργο που δε γράφτηκε ακόμα
Κομπάρσος μέχρι στιγμής σε θεατρικό υψηλής παραγωγής
Με θεατρίνους και καπέλα και στολίδια
Μα ένα σενάριο ανάξιο συζήτησης
Όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια
Ο ρόλος της δεν παίχτηκε ακόμη
Κι είναι ένας ρόλος αμίλητος, έτσι την ξεχάσαμε κι εμείς
Φήμες λεν, ο σκηνοθέτης χάθηκε στη σκόνη
Και δε θα επιστρέψει, όπως δε γύρισε ποτέ κανείς
Κι έτσι η φιγούρα έμεινε με μια ουλή και μ' ένα βλέμμα καρφωμένο
Χωρίς να ξέρει το πως και το γιατί,
Ποιός να ξέρει ο σκηνοθέτης τί προβλέψιμο ή τι απρόσμενα ευτυχισμένο
Για την άμοιρη ζωή της τι άραγε σχεδίαζε να πεί
Και κάπως έτσι απλώς κρατά ένα χαρτί ξεθωριασμένο
Και στα σοκάκια μέρα νύχτα τριγυρίζει
Μήπως κάποιος προσέξει το ύφος της το παραπονεμένο
Και την ιστορία της θελήσει να συνεχίσει
Θέλει να μάθει, να γνωρίσει τον εαυτό της
Πού τις βρήκε πια εκείνες τις ουλές
Αν υπάρχει σ' αυτή τη γη κάτι δικό της
Μητέρα, φίλους, άραγε έχει αδερφές;
Κάποιος που να τη μίσησε ή με πάθος την αγάπησε
Χωρίς το σκηνοθέτη, πως μπορεί να το ανακαλύψει;
Μα γι' άλλη μια φορά ήρθε η στιγμή, στέκεται τώρα, πάλι χτες και αύριο εκεί
Εκεί που η αυλαία ετοιμάζεται ν' ανοίξει, ψάχνοντας μια θέση στη γραμμή
Για να μην είναι πια μια άσκοπη φιγούρα, μα μια οντότητα που ζει,
Ζει, αναπνέει, έχει ιστορία - κι έχει ένα τέλος - κι έχει μια αρχή.
Χαρά Λεδάκη, για το free press περιοδικό Serious (τεύχος Οκτωβρίου)
Το μεγαλύτερο φεστιβάλ κινουμένων σχεδίων στην Ελλάδα, το AnimaSyros, κατέπλευσε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά στη Σύρο και μαζί του έφερε σπουδαίους δημιουργούς. Επισκέπτες και συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να συναναστραφούν με ανθρώπους που έχουν γράψει ιστορία στο χώρο του animation, όπως ο Jim Capobianco. "The Lion King", "Up", "Ratatouille", "Toy Story 2" και "Finding Nemo" είναι μερικές μόνο απ' τις ταινίες που έχουν και τη δική του υπογραφή, σε σενάριο ή σκηνοθεσία. Αρχικά, εργάστηκε στο τμήμα σεναρίου της Walt Disney, ενώ τα τελευταία 13 χρόνια βρίσκεται στην εταιρεία Pixar. Ο Jim Capobianco αν και πολυβραβευμένος, παραμένει πάντα πρόθυμος να μοιραστεί τη γνώση και την εμπειρία του με νεότερους συναδέλφους του.
>Εργάζεστε σε ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο και συμμετείχατε σε ταινίες που αντιμετώπισαν εξαιρετική επιτυχία. Πως αποφασίσατε ν' ασχοληθείτε με το animation;
Μεγάλωσα με το animation σαν παιδί. Θυμάμαι, τότε που δεν υπήρχαν τηλεκοντρόλ κι ο πατέρας μου παρακολουθούσε αθλητικά στην τηλεόραση, έτρεχα κι άλλαζα συνεχώς το κανάλι. Μόλις έβρισκα κινούμενα σχέδια, σταματούσα! Έτσι, είχα πάντα αγάπη για το animation. Έπειτα, στο Λύκειο είχαμε ένα μάθημα που λεγόταν Γραφικές Τέχνες κι εκεί φτιάχναμε t-shirt, εκτυπώναμε... Συμπεριλαμβανόταν όμως και animation, οπότε επέλεξα το συγκεκριμένο μάθημα μόνο γι' αυτό. Όταν αποφάσισα να δημιουργήσω ένα 2D animation, ο καθηγητής μου είπε πως δεν ήξερε πώς να μου το διδάξει, επειδή όλοι χρησιμοποιούσαν είτε την τεχνική cutout με κομμένα χαρτιά είτε clay motion με πηλό! Οπότε, μου έδωσε ένα βιβλίο και αυτοδιδάχτηκα την τεχνική.
>Υπάρχουν κάποιες ταινίες animation που θεωρούνται διαχρονικές, όπως το "The Lion King". Τι κάνει μια ταινία ν' αντέχει στο χρόνο;
Πιστεύω πως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία οι εκάστοτε πολιτιστικές αναφορές. Εάν το θέμα της ταινίας αγγίζει σχέσεις και συναισθήματα που δεν επηρεάζονται απ' το χρόνο, αντέχει σε αυτόν. Τέτοιο παράδειγμα είναι το "Lion King", όπως και το "Nemo", τα οποία ασχολούνται με τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια. Υπάρχουν πολλά animation που έχουν επίκαιρες αναφορές, όπως καρικατούρες διάσημων ή εξελίξεις στην τεχνολογία. Τέτοιου είδους όμως στοιχεία, δίνουν ημερομηνία λήξης στις ταινίες.
>Τι δυνατότητες δίνει στους δημιουργούς το computer animation σε σχέση με τα παραδοσιακά 2D;
Το computer animation παρέχει δυνατότητες που δεν υπάρχουν στο 2D, ισχύει όμως και το αντίστροφο. Συγκεκριμένα, το computer animation δίνει λεπτομέρεια που δε θα μπορούσε να παράγει κάποιος με τον παραδοσιακό χειροποίητο τρόπο, η έστω θα ήταν πολύ πιο δύσκολο. Ας πούμε, τα ανθρώπινα μάτια έχουν πάντα μια νευρική σύσπαση που δε μπορεί ν' αποδοθεί με το χέρι, ενώ με αυτόν τον τρόπο μπορεί κι επιτυγχάνεται. Η τεχνική σχεδιασμού των κινούμενων σκίτσων, από την άλλη, διατηρεί ακόμη μια ποιότητα και αμεσότητα που ο υπολογιστής θέλει κόπο για να την φτάσει.
>Παρατηρείτε κάποια αλλαγή τις τελευταίες δεκαετίες όσον αφορά την πλοκή στις ιστορίες;
Πιστεύω πως οι ιστορίες με την πάροδο του χρόνου, απευθύνονται σε όλο και μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό. Γίνονται πιο πολύπλοκες. Αυτή είναι μια συνεχώς αναπτυσσόμενη τάση και νομίζω πως θα εμφανίζονται όλο και περισσότερα τέτοια ενδιαφέροντα animation. Κι αυτό, επειδή το υλικό που προέρχεται από μικρότερα στούντιο animation, ειδικά στην Ευρώπη, είναι πραγματικά καινοτόμο. Επίσης, ο κόσμος βλέπει να εμπλέκονται με το animation άνθρωποι που δε θα ασχολούνταν ποτέ πριν, όπως το σκηνοθέτη των Πειρατών της Καραϊβικής Gore Verbinski με την ταινία κινουμένων σχεδίων "Rango". Εξαιτίας αυτών αλλά και των κόμικς που εμψυχώνονται, η ηλικία του κοινού μεγαλώνει.
>Ταινίες όπως το "Up" και το "Ratatouille" είναι ιδιαίτερα αγαπητές, ειδικά από τα παιδιά. Τι λαμβάνετε υπ' όψιν όταν απευθύνεστε σε παιδικό κοινό;
Η αλήθεια είναι ότι δε δημιουργούμε ταινίες για παιδιά ή για ενήλικες. Φτιάχνουμε ταινίες που εμείς οι ίδιοι θα θέλαμε να δούμε, για το παιδί που υπάρχει μέσα μας! Οπότε, δεν υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός πρακτικά. Ελπίζω μόνο, με την τάση προς πολυπλοκότητα που υπάρχει στην πλοκή των ιστοριών, να μη σταματήσουμε να δημιουργούμε πραγματικά καλό animation που να μπορούν να δουν τα παιδιά.
>Ποια είναι η διαδικασία δημιουργίας ενός νέου χαρακτήρα, πως αποφασίζετε τα ιδανικά χαρακτηριστικά του;
Αυτό εξαρτάται από την ιστορία, πλοκή και χαρακτήρες για μένα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Είτε έχεις στο μυαλό σου κάποιον χαρακτήρα και δημιουργείς μια ιστορία γύρω από αυτόν, είτε το αντίστροφο. Έχεις δυο χαρακτήρες, ας πούμε, που ληστεύουν μια τράπεζα ή θέλουν να σώσουν τον κόσμο, οπότε αναρωτιέσαι μετά, "Ποιοί είναι αυτοί οι δύο;". Γενικά, όταν αρχίζεις να εξελίσσεις το θέμα και το τί θέλεις να πεις, ο χαρακτήρας παίρνει μορφή. Πάντως, οι χαρακτήρες είναι το πιο δύσκολο στοιχείο. Όταν κάποιος βλέπει μια ταινία, αυτό που του μένει είναι οι χαρακτήρες, κανείς δε νοιάζεται πραγματικά για την πλοκή.
>Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που ονειρεύεται ν' ασχοληθεί με το animation; Υπάρχουν Έλληνες animators στην Pixar;
Σίγουρα υπάρχουν Έλληνες, δουλεύει τόσος κόσμος για την Pixar άλλωστε! Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ κι ονόματα... Τώρα, κάποιος που θέλει να ασχοληθεί με το αντικείμενο, θα συμβούλευα οπωσδήποτε να διαβάσει σχετικά βιβλία, όπως επίσης να το ψάξει στο διαδίκτυο. Υπάρχει τόση πληροφορία για το τί χρειάζεται και σπουδαίες ιστοσελίδες! Όταν πια κατανοήσει τι είναι όλο αυτό, πιστεύω το κλειδί για έναν animator είναι να μάθει να ζωγραφίζει. Ακόμη κι αν θέλει ν' ασχοληθεί με το computer animation, χρειάζεται στην επικοινωνία με τους συνεργάτες. Ειδικά το να ζωγραφίζεις εικόνες από την πραγματική ζωή, ανθρώπους και ζώα εν κινήσει, είναι πολύ βοηθητικό. Όπως στην πλατεία που έχετε εδώ, εκεί θα δεις όλους τους διαφορετικούς χαρακτήρες να περνάνε! Παιδιά, γέρους, τον τρόπο που περπατάνε... Εμπνέεσαι από τη ζωή, μαθαίνεις να την εκτιμάς κι έπειτα προσπαθείς να διοχετεύσεις τον εαυτό σου στο χαρτί.
Δεν έχω τίποτε να διηγηθώ
Ο κόσμος γύρω μου κουφάθηκε, κανείς δε θα μ' ακούσει
Δεν έχω κάτι να νιώσω
Για όσα λαβωμένα πέφτουν γύρω μου κομμάτια,
Κομμάτια, που κανένας πια δε θα τραγουδήσει
Πνιγμένα σε λυγμούς κι υστεροφημίες
Μιας άλλοτε ένδοξης οντότητας,
Μιας άλλοτε υπερήφανης ζωής
Γι' αυτό, στο βλέμμα σου παρατηρώ πως αλλόκοτο σου μοιάζει
Το ότι έχω κάτι να γράψω και ναι,
Παράξενο φαντάζει και σ' εμένα
Μα οι γραμμές κυλάνε μόνες τους χωρίς να τις ελέγχω
Κι ο παλμός στις φλέβες μου πιο γρήγορα τρέχει,
Τρέχει, να προλάβει τη σκέψη σου- άνθρωπε μη με αφήσεις!
Με αποκαλούν "το πρώην παιδί - θαύμα"
Σταμάτησέ τους
Δεν είμαι θαύμα μα ούτε και πρώην
Είμαι εδώ κι υποθέτω πως υπάρχω ακόμη
Σε μια πορεία κυκλική που μου τυφλώνει το λογισμό
Και το συλλογισμό μου βασανίζει
Άνθρωπε, κάτι έχω να γράψω
Ίσως να το ψελίσσω στα κρυφά, μην τυχόν με ακούσει κάποιος
Διότι πλέον ως ενήλικο άτομο δεν παραγράφεται εύκολα
Κάποιο ατόπημα αν πράξω
Ωστόσο, η σκέψη αυτή όλο και πιο οικεία μου γίνεται
Πιστεύω λοιπόν πως αξίζει απ' τα εσώψυχα μου να φύγει αυτή η φωνή
Και να φτάσει ως την άλλη άκρη του καλωδίου της νόησής σας-
Σε σάς, στον κόσμο των ενηλίκων όπου πλέον ανήκω κι εγώ, δηλώνω πως
Δε σας συγχωρώ που στέρεψαν παντού γύρω μου τα συναισθήματα
Δε με καλύπτει η νοοτροπία που υιοθετήσατε
Μα πάνω απ' όλα, δε συγχωρώ τον εαυτό μου για τις δύσκολες στιγμές που πέρασα
Και υπαίτιος τον πράξεών μου στέφομαι
Που κάποιος κάποτε μ' έπεισε
Να μεγαλώσω
Λόγια, λόγια χιλιοειπωμένα
Δεκάδες χιλιάδες φορές τα ίδια λόγια μ΄ άλλες λέξεις
Κι εκεί που λες τελειώσανε τα λόγια, να σου μπροστά σου ξεπροβάλλουν
Λόγια απρόσμενα, χιλιοακουσμένα μεν μα τόσο διαφορετικά
Που νομίζεις πως ένας καινούριος κόσμος σου έκανε την τιμή να τον κρυφοκοιτάξεις για λίγο απ' την κλειδαρότρυπα
Να νιώσεις τη μαγεία του και ν' αναρωτηθείς
«Πως γίνεται να ήταν τόσο καιρό εκεί; Πως γίνεται να υπήρχε αυτός ο κόσμος εκεί, πάντα;
Μα να 'χα τυφλωθεί τάχα τελείως; Δεν είδα ούτε τις λάμψεις
Ούτε τη ρίγη ένιωσα ούτε το δάκρυ το άλλο,
Το άλλο, όχι αυτό που σε κάνει να πονάς, μα να χαίρεσαι»
Πως γίνεται; Το ίδιο δάκρυ, μα διαφορετικό
Οι ίδιες λέξεις, αλλά αλλιώτικες
Και πάντα θα υπάρχει μια κρυμμένη πόρτα
Πρέπει να ψάχνεις καλά
Δε φαίνονται όλα με την πρώτη ματιά
Δε βρίσκονται όλα κάτω απ' το φως του ήλιου
Γιατί οι πόρτες καμιά φορά σα χαμαιλέοντες αλλάζουν
Προσαρμόζονται συνεχώς στο περιβάλλον, για να προστατευτούν, βλέπεις
Για να 'σαι άξιος κάθε φορά που θα εντοπίζεις τη δική σου πόρτα
Τη δική σου πορεία,
Το δικό σου δρόμο,
Το δικό σου άνθρωπο...
Σέρνονται
Σα φίδια στο χώμα σιωπηλά
Σαν παρασιτικά φυτά που σκαρφαλώνουν σε κορμούς ξένους, δανεικούς
Οι επιθυμίες σου είναι, για δές!
Αναρριχόμενες ψηλά, πίσω απ΄το τείχος ν' ανέβουν προσπαθούν
Να δουν κι αυτές τον ήλιο
Τον ήλιο, που φωτίζει ως εκεί που σέρνονται
Κι αφού το φώς του φτάνει ως εκεί και τις θεριεύει
Αυτές πώς δεν τον βλέπουν και πώς σέρνονται;
Χωρίς να ξέρουν ότι υπάρχει, υπνωτισμένες ακολουθούν
Και κυνηγούν αχτίδες με σκιρτήματα
Πόσο μάταιο
Αν πίσω απ΄το τείχος καταφέρουν κάποτε να δουν
Ο ήλιος θα απέχει ακόμα μίλια μακριά
Χιλιάδες χρόνια άμα τρέχουν πάλι θ΄απέχει
Γι΄αυτό, καλύτερα σου λέω, άσ΄τις να σέρνονται
Είναι η πραγματικότητα πικρή να την αντέξουν
Με το μαύρο πέπλο της βαριά θα τις πλακώσει
Γι΄αυτό σου λέω, άσε
Άφησέ τις εκεί
Στο φόβο μήπως και καούν
Αιώνια να σέρνονται να σε κατηγορούν
Χα! Ούτε έτσι γλιτώνεις λοιπόν
Τα φίδια στραγγαλίζουν λένε, πρόσεχε
Τρόμαξες; Ω μα ναί, κινδυνεύεις άμεσα
Γκρέμισε το τείχος, προλαβαίνεις ακόμα
Οδήγησέ τις να καούν μια και καλή
Μήπως έτσι γλιτώσεις
Μήπως και πάψουν πια
Τόσο ενοχλητικά και μίζερα
Για μια ζωή και δυό και τρείς
Αιώνια να σέρνονται...
Παραπαίω. Ορισμός που χρησιμοποιείται για να εκφράσει τον κλυδωνισμό και την αστάθεια ενός ατόμου, ενός θεσμού, ακόμη κι ενός συστήματος καμιά φορά. Του δικού μας εκπαιδευτικού συστήματος, γι' άλλη μια φορά.
Τριγύρω ακούγονται συζητήσεις για την παιδεία. Κανάλια και υπόλοιπα μέσα, παρέες, άμεσα επηρεαζόμενοι ή όχι, όλοι έχουν μια άποψη. Νέα μέτρα ανακοινώθηκαν, πολλές αντιρρήσεις, ελάχιστες αντιπροτάσεις. Και οι ικανοποιημένοι με το υπάρχον σύστημα, ακόμα λιγότεροι. Πως όχι, άλλωστε; Κάθε αποτυχία κι άλλη αλλαγή, κάθε κυβέρνηση κι άλλο σύστημα. Και στη μέση, τα πειραματόζωα, που καλούνται ν' ανταπεξέλθουν γι' ακόμη μια φορά στην αλλαγή. Ως πότε, άραγε;
Στις αρχές του Σεπτέμβρη, ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα, φοιτητές, μαθητές, καθηγητές, δε γνώριζε τί της ξημερώνει. Το εκπαιδευτικό δυναμικό να ψάχνει τρόπο ν' αντιδράσει, οι φοιτητές να διαβάζουν για μια εξεταστική χωρίς να ξέρουν αν αυτή θα υπάρξει, σε σχολές που δεν υπόσχονται κάτι παραπάνω από ένα εισιτήριο προς την αβεβαιότητα: «Άραγε θα έχει αντίκρισμα ο κόπος; Χρόνια επί χρόνια σε κάθε σχολή, πιθανώς τα πιο όμορφα και παραγωγικά χρόνια, θ' αναγνωριστούν αργότερα;». Οι αμφιβολίες μπλοκάρουν τα όνειρα.
Ωστόσο, δεν ισχυρίζεται κανείς πως είναι προτιμότερη η στασιμότητα. Κι όχι, δεν είναι κατηγορητέο ν' αναζητάει κανείς διαρκώς μια καλύτερη εκδοχή, μια καλύτερη λύση. Αρκεί, παρόλα αυτά, να διατηρείται η ισορροπία. Αν πάλι δεν τα καταφέρνει, δεν είναι κατάλληλος γι' ακροβάτης. Οφείλει να βρει κάτι άλλο. Για το καλό το δικό του, αλλά και όλων των υπολοίπων που στέκονται από κάτω, μετρώντας αντίστροφα το χρόνο και στοιχηματίζοντας πότε θα σπάσει το σχοινί και θα προσγειωθεί στα κεφάλια τους.
Έτσι κι εμείς. Με τα μάτια καρφωμένα στο σχοινί, παρακολουθούμε αμέτοχοι τα επόμενα βήματα και τα επόμενα νομοσχέδια, μη μπορώντας να κάνουμε κάτι. Κι ο ακροβάτης; Αδιαφορεί για τις φωνές των από κάτω. Βλέπεις, αυτός ο ένας, ξέρει καλύτερα. Το κοινό δε μπορεί να έχει λόγο. Μόνο συνέπειες.
Πίσω στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Ίκαρος παρακούοντας τις συμβουλές του πατέρα του, έκαψε τα φτερά που του είχε φτιάξει κι έπεσε στη θάλασσα. Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, από την άλλη, ο Ίκαρος θα προσπαθούσε μόνος του ή μαζί με κάθε άλλο Ίκαρο να κατασκευάσει τα φτερά του, κι ο πατέρας του θα του τα έκοβε πριν καν προλάβει να πετάξει. Τα όνειρα για τον ήλιο, όπως φαίνεται, δεν ανήκουν στη δική μας γενιά. Με τόσα ξένα λάθη φορτωμένα στις πλάτες μας, δεν έχουμε καν το δικαίωμα για δικά μας λάθη.
Και είναι αλήθεια. Μικροί ή μεγαλύτεροι, δεν είμαστε πια παιδιά. Δε μας άφησαν να είμαστε. Τουλάχιστον, ως ενήλικες, ας μας πάρουν μια φορά στα σοβαρά πριν αποφασίσουν πάλι για εμάς, χωρίς εμάς. Έτσι, γι' αλλαγή.
Κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι. Πάντα. Πολύ.
Είναι άραγε το "πολύ" τόσο πολύπλοκο και με μπερδεύει; Ίσως.
Δε με αφορά και δε με νοιάζει. Αδιαφορώ. Και προχωρώ; Ψέμα, ποτέ.
Οπότε... Και πάλι πίσω.
Κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι. Γιατί;
Τόσα υπόβαθρα, τόσα ερεθίσματα, τόσοι κι άλλοι τόσοι και όλοι διαφορετικοί, να πάω πού;
Σε χάνω, δε σε βρίσκω πουθενά, αγαπητέ σκοπέ. Όλο μπροστά μου τρέχεις και σε κυνηγάω. Κι όλο πιο πέρα πας, μακριά. Νομίζω πως σε φτάνω καμιά φορά και τότε... πας αλλού πάλι και κρύβεσαι. Δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις; Να μου πεις πως άδικα σε έψαχνα; Κάτι λάθος θα είχα κάνει στην αρχή. Κι αν θέλω να το βρώ... Και πάλι πίσω.
Κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι.
Αυτά.
Δε θέλω τίποτα να βρώ, κουράστηκα. Φαύλος κύκλος, να ξεφύγω δε μπορώ.
Φταίει που... κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι.
Και πάλι πίσω.
Και πάλι πίσω.
Κι ακόμη πιο πίσω;
Κενό χαρτί. Κενό μυαλό. Τώρα, τα πράγματα μοιάζουν πολύ καλύτερα, ναι! Τόσο όμορφα, τόσο αμόλυντα, λευκά.... Χρόνο που έχανα, τι κρίμα! Και για ποιό λόγο; Για ένα λόγο χαζό που δε μπορούσα να του ξεφύγω. Μα τώρα να, θριάμβευσα! Έφταιγε που... να δεις τι παθαίνω... Να, θυμήθηκα. Είναι που κινούμαι σε πολλές διαστάσεις και χάνομαι.
Φτού.
Και πάλι πίσω.

Χαρά Λεδάκη, για το free press περιοδικό Serious (τεύχος Μαρτίου)
Ο Άρης Χατζηστεφάνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977 και είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι ο δημιουργός της ραδιοφωνικής εκπομπής Infowar του ΣΚΑΪ, μια εκπομπή πολιτικής ανάλυσης και θέσης, όπως την χαρακτηρίζει κι ο ίδιος. Έχει εργαστεί στην ελληνική υπηρεσία του BBC,σε εφημερίδες όπως "Η Ημερησία" και "Η Καθημερινή", καθώς και με αρκετά περιοδικά και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ έχει εκδώσει και δυο βιβλία. Ως φωτογράφος και δημοσιογράφος έχει πραγματοποιήσει αποστολές σε τουλάχιστον 40 χώρες και φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά ελληνικά περιοδικά κι έντυπα του εξωτερικού. Με αφορμή την ομιλία του «Η διεθνής εμπειρία στην αντιμετώπιση της κρίσης», που πραγματοποιήθηκε στη Σύρο, μοιράστηκε μαζί μας τη δημοσιογραφική του άποψη σχετικά με την οικονομική κρίση που περνάει η χώρα μας.
>Πολλοί σας έμαθαν μέσω της εκπομπής σας «Infowar» στον ΣΚΑΪ. Πως θα περιγράφετε με δυο λόγια την εκπομπή, σε κάποιον που δεν την έχει υπ' όψιν του;
Γενικά το Infowar ξεκίνησε ως ραδιοφωνική εκπομπή, γιατί υπήρξε ενδιάμεσα και τηλεοπτική, πάντα στον ΣΚΑΪ. Ήτανε μια συνέχεια της δομής εκπομπών που ακολουθούσαμε στο BBC, η οποία όμως έβγαλε αυτή τη μάσκα της λεγόμενης αντικειμενικότητας, ότι πρέπει να υπάρχουν και οι δύο πλευρές, η οποία κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει. Η πραγματικότητα είναι αντικειμενική, όμως η περιγραφή της από έναν δημοσιογράφο πάντα είναι χρωματισμένη λιγότερο ή περισσότερο. Κι εγώ προτίμησα να είναι στο περισσότερο και να είναι καθαρά μια εκπομπή θέσης.
Ουσιαστικά, προσπάθησα αρχικά να εξαντλήσω το όριο του ραδιοφώνου, το οποίο δεν το εκμεταλλευόμαστε δυστυχώς αρκετά στην Ελλάδα. Κι αυτό, λόγω πίεσης και του κόστους που μπορεί να έχει μια τέτοια εκπομπή, επειδή συνδυάζει μουσική με ηχητικά ντοκουμέντα. Κι από εκεί και πέρα, επειδή πήγε καλά μας είπαν «Κάντε την τηλεοπτική», όπου μας ρίξανε λίγο στα βαθιά γιατί πάντα εγώ με ραδιόφωνο είχα σχέση. Κι ενώ δεν υπήρχε η εμπειρία, σχηματίστηκε μια πολύ καλή ομάδα με σκηνοθέτη τον Χρήστο Καρακέπελη, που κατάφερε να φέρει αυτό το ραδιοφωνικό λόγο στην τηλεόραση. Ουσιαστικά είναι μια εκπομπή πολιτικής ανάλυσης και θέσης.
Τώρα, η συνήθης ερώτηση σ' αυτό είναι «Γιατί σας αφήνουν;» ή «Καταφέρνει να είναι τόσο διαφορετική από άλλες;». Νομίζω τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης έχουν πάντα τέτοια παράθυρα, ωστόσο σηκώνει πολύ συζήτηση γιατί κάποιος να θέλει μια τέτοια εκπομπή. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είσαι άλλοθι ενός ολόκληρου συστήματος και προβάλλεις και τη διαφορετική άποψη, εξυπηρετώντας όμως ουσιαστικά τον ίδιο τον μηχανισμό, δίνοντάς του βαλβίδες εκτόνωσης. Κάποιοι άλλοι πάλι, θεωρούν ότι κάτι διαφορετικό περνάει πάντα κι αν βρεις τα κανάλια να πεις μια διαφορετική άποψη θα την δεχτούν. Φαντάζομαι πως ισχύει κάτι ανάμεσα στα δύο.
>Ποια ήταν τα ερεθίσματα που σας ώθησαν να ακολουθήσετε το επάγγελμα του δημοσιογράφου; Τι σας προσφέρει και τι σας στοιχίζει το συγκεκριμένο επάγγελμα;
Δεν ξέρω πώς ακριβώς ξεκίνησε, αυτά είναι και λίγο τυχαία. Ενώ ήμουν ακόμη στο Λύκειο, βρέθηκα να δουλεύω στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, πήγαινα ουσιαστικά Σαββατοκύριακα και γιορτές κλέβοντας χρόνο. Κι όλοι μου έλεγαν «Φύγε παιδάκι μου», όπως συμβουλεύει δηλαδή κάθε δημοσιογράφος με το που έρχεται κάποιος νέος, η πρώτη αντίδραση είναι «Φύγε τώρα που είναι καιρός». Έπειτα κολλάς όμως, είναι εν μέρει ναρκωτικό και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι είσαι και ανειδίκευτος για οτιδήποτε άλλο. Εγώ πρώτα ξεκίνησα να δουλεύω και μετά αποφάσισα τι θα σπουδάσω, χωρίς να περιμένω όμως κάτι από αυτές τις σπουδές. Πήγα στο Πολιτικών Επιστημών, το τμήμα με τη μεγαλύτερη ετεροαπασχόληση στην Ελλάδα, αλλά το ήθελα γιατί μου άρεσε το περιεχόμενό του. Και μετά ...; μπλέκεις και δε μπορείς να φύγεις. Ουσιαστικά, δεν είναι καλό, είναι κάτι που δεν το συνιστά κανείς, και το ότι δε φεύγουν κιόλας οι δημοσιογράφοι ίσως να εξηγεί και κάτι άλλο..!
>Στο χώρο της δημοσιογραφίας, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, επικρατεί πλέον απαξίωση. Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό; Συμφωνείτε με αυτή τη στάση του κόσμου και αν ναι, υπάρχουν εξαιρέσεις;
Σίγουρα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά απο τη γενική εικόνα κρίνεται ένας κλάδος και προφανώς η εικόνα που δίνει προς τα έξω είναι κατάπτυστη. Κι ενώ η συζήτηση σε αυτά τα θέματα περιστρέφεται πάντα στο αν υπάρχει λογοκρισία, στο πως τα μέσα ενημέρωσης ελέγχουν πολιτικά το λόγο του δημοσιογράφου, για μένα η μεγαλύτερη απειλή είναι η ίδια η εμπορευματοποίηση της είδησης. Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο, είναι για παράδειγμα σε μια σύσκεψη που παλιά θα ήταν καθαρά δημοσιογραφική, ότι πλέον θα έρθει και το εμπορικό τμήμα μέσα. Το οποίο εμπορικό τμήμα, θα καθορίσει την είδηση σε τελική ανάλυση, θα σου πει ότι "δε μπορώ να έχω το θέμα με τη δυστυχία στην Αφρική γιατί θέλω να βάλω στη δεξιά σελίδα διαφήμιση" ή "δε θα μπορέσω να βάλω τη συγκεκριμένη φωτογραφία στην αριστερή σελίδα γιατί δεν κολλάει με τη διαφήμιση στη δεξιά".
Σαφώς, όλο αυτό μπλέκεται ουσιαστικά και με όλη την ιστορία του τί εκπροσωπούν τα σύγχονα μέσα ενημέρωσης. Δουλεύουν σε δυο επίπεδα: απ' τη μία πουλάνε "λιανική", δηλαδή πουλάνε ως εμπόρευμα την είδηση σε ένα κοινό - αυτό μερικές φορές είναι θετικό, καθώς σημαίνει ότι δέχονται ερεθίσματα απ' το κοινό, προσπαθούν να δουν τι θέλει ο κόσμος. Από την άλλη, δεν παύουν να εκπροσωπούν συγκεκριμένες οικονομικές ελίτ σε κάθε χώρα και κάθε φορά ισορροπούν ανάμεσα σ' αυτά τα δύο, με καταστροφικά αποτελέσματα.
Προσωπικά, το έζησα αρκετά στο Δεκέμβρη του 2008, στον οποίο τα μέσα ξεκίνησαν κατά την άποψή μου να πουλάνε λιανική, όπου αφουγκράστηκαν στην αρχή τον κόσμο. Έδωσαν μάλιστα και μια θετική δυναμική στα γεγονότα, λέγοντας κάτω απ' την πίεση κάποια πράγματα που δεν θα τα έλεγαν διαφορετικά. Όταν άρχισαν όμως να απειλούνται οι ιδιοκτήτες τους ως τμήματα αυτής της ελίτ, είδαμε και αυτή τη στροφή στο πως αντιμετώπισαν το Δεκέμβρη. Νομίζω ότι αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα δύο πόδια στα οποία πατάνε σήμερα τα μέσα ενημέρωσης.
>Όσον αφορά την εκδήλωση «Η διεθνής εμπειρία στην αντιμετώπιση της κρίσης», πιστεύετε πως τέτοιου είδους ενέργειες μπορούν να βοηθήσουν στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης; Τι θα λέγατε σε κάποιον, ώστε να τον πείσετε να συμμετέχει πιο ενεργά σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας;
Ουσιαστικά, αυτό που θέλω να πω και στην εκδήλωση είναι ότι οι χώρες που την πάτησαν περισσότερο είναι αυτές που κατάφεραν να πείσουν τον κόσμο ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Και εδώ έπαιξαν πολύ καθοριστικό ρόλο τα ΜΜΕ ως τμήματα των ελίτ που προστατεύουν τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό είναι που πρέπει να σπάσει, το ότι είναι ένας μονόδρομος που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, και ο καλύτερος τρόπος για να σπάσει είναι να φέρουμε παραδείγματα από το εξωτερικό. Νομίζω πολύ στοχευόμενα μας τα κρύβουν... Η Ελλάδα δεν έχει καμία παράδοση στο διεθνές ρεπορτάζ και αυτό είναι καταστροφικό, το βλέπουμε τώρα ότι δεν καταλάβαμε τι γινότανε όλα αυτά τα χρόνια στην Αργεντινή, τι γινότανε στη Ιρλανδία, τι γίνεται τώρα στην Ισλανδία ή τι είχε γίνει στον Ισημερινό. Μας τα έκρυψαν όλα αυτά, είναι και ένας λόγος που μας οδήγησε σε αυτήν την κατάσταση. Ο κόσμος δεν έχει ακούσει κάποια εναλλακτική λύση και τέτοιες εκδηλώσεις σίγουρα είναι μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση.
> Ποια είναι η άποψή σας για την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα; Πώς φτάσαμε ως εδώ; Θεωρείτε ότι υπάρχει διέξοδος;
Είναι τεράστια συζήτηση το πώς φτάσαμε ως εδώ, γενικά η άποψή μου αν θα μπορούσα να τη συμπυκνώσω είναι ότι ζούμε μια δομική κρίση του οικονομικού συστήματος, η οποία μεταφράζεται σε κάθε περιοχή και κάθε χώρα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, στην Ευρώπη μας ήρθε ως κρίση της Ευρωζώνης, στην Ελλάδα μετουσιώθηκε περαιτέρω σε κάτι διαφορετικό και είδαμε τα ειδικά χαρακτηριστικά του χρέους. Το ΔΝΤ ήταν και παραμένει ο χωροφύλακας και ο προστάτης των τραπεζών και συγκεκριμένων δομικών συμφερόντων και ως τέτοιο ήρθε στην Ελλάδα, ήρθε να σώσει ουσιαστικά τις Ευρωπαϊκές τράπεζες.Τις τράπεζες δηλαδή του κέντρου, που απειλούνταν γιατί είχαν εκτεθεί πολύ στην περιφέρεια της Ευρώπης.
Γενικά, έχουμε δει ότι από όπου πέρασε το ΔΝΤ ισοπέδωσε τα πάντα, προκάλεσε τρομακτική φτώχεια, την οποία αρχίζουμε να τη βλέπουμε και στα αστικά κέντρα της Ελλάδας πλέον. Το ότι με το που ήρθε το ΔΝΤ -και αυτό δεν το ξέρει πολύς κόσμος- έπεσαν τηλέφωνα από ξένες ανθρωπιστικές οργανώσεις που μέχρι πρότινος δούλευαν στην υποσαχάρια Αφρική και είπαν «ετοιμαζόμαστε να ανοίξουμε γραφεία» κι ελληνικές οργανώσεις όπως οι Γιατροί του Κόσμου που δραστηριοποιούνταν στην Ουγκάντα είπαν "ερχόμαστε στην Αθήνα γιατί βλέπουμε κοινά προβλήματα", είναι νομίζω ενδεικτικό της απόλυτης καταστροφής που φέρνει σε κάθε του κίνηση.
Λύσεις στο πρόβλημα έχουν προταθεί, ο κοινός παρανομαστής είναι ότι δεν υπάρχει εύκολη λύση, όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσουμε είναι ματωμένος. Ωστόσο, έχουν υπάρξει προτάσεις όπως το τρίπτυχο της στάσης πληρωμών απ' το ευρώ κι εθνικοποίησης των τραπεζών, που όταν το έλεγε κάποιος πριν από τέσσερις πέντε μήνες όλοι έλεγαν «Τι λες, δε γίνεται κάτι τέτοιο». Πλέον, αρχίζουν mainstreamοικονομολόγοι να λένε ότι "δε μπορείτε να μείνετε σε μια τέτοια Ευρωζώνη που σας προκάλεσε το πρόβλημα, δε μπορείτε να αποπληρώσετε αυτό το χρέος οπότε πρέπει να γίνει κάποια διαπραγμάτευση". Δεν είναι ο σοσιαλισμός ή ο κουμμουνισμός που έρχεται ξαφνικά, είναι ένα πολύ πρακτικό ζήτημα που μπορεί να λυθεί.
Όλα αυτά νομίζω, μπορούν να γίνουν είτε με θετικούς είτε με αρνητικούς τρόπους. Δηλαδή, εάν η παύση πληρωμών επιβληθεί απ' έξω, μπορεί να είναι καταστροφική για τον κόσμο στην Ελλάδα. Πρέπει εμείς να την επιβάλλουμε, όπως ο κόσμος την επέβαλλε στην Αργεντινή ή στον Ισημερινό. Και για όλα αυτά, χρειάζεται να έρθει ο κόσμος στο προσκήνιο, να είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Πάνω σ΄ αυτό υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη πρωτοβουλία, να δημιουργηθεί μία επιτροπή λογιστικού ελέγχου, δηλαδή να ανοίξουν τα βιβλία. Είναι κάτι που έγινε στον Ισημερινό. Να δούμε πού χρωστάμε, με ποιους όρους έχουν συναφθεί αυτά τα δάνεια. Αυτό θα μας δείξει ότι κάποια είναι παράνομα και εντάσσονται σ' αυτό που λέγεται «απεχθές χρέος», το οποίο δικαιούμαστε να μην αποπληρωθεί.
>Με ποιούς τρόπους πιστεύετε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της χώρας; Αν θέλατε να δώσετε ένα μήνυμα στον κόσμο, ποιο θα ήταν αυτό;
Το μήνυμα το οποίο μπορεί να παρερμηνευτεί, είναι ότι οι χώρες που κατάφεραν να ξεφύγουν και από το ΔΝΤ και από οποιαδήποτε αντίστοιχο, έλυσαν τα προβλήματά τους στο δρόμο. Δυστυχώς με τρομακτική βία, αλλά υπάρχει και η βία που ασκείται και μας έχουν μάθει να μην την θεωρούμε βία, δηλαδή η βία αυτή τη στιγμή του ΔΝΤ, της Τρόικας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ίδιας της κυβέρνησης. Μαζί δουλεύουν, είναι μια αόρατη συστημική βία, η οποία πρέπει κάπως να απαντηθεί.
Οι χώρες που τα κατέφεραν, τα κατάφεραν στον δρόμο. Συγκεκριμένα η Αργεντινή, δυστυχώς είχε είκοσι τρείς νεκρούς μέχρι να πει ο Κίρχνερ σταματάω τη συνεργασία με το ΔΝΤ, ο Ισημερινός αντίστοιχα, ακόμη και στην Ισλανδία που τους είχαμε ξεχασμένους, κατέβηκαν στον δρόμο και έκαναν το δημοψήφισμα όπου είπαν τελικά «δεν πληρώνουμε αυτούς που κερδοσκόπησαν εναντίον μας». Φοβάμαι ότι χρειάζεται μια πολύ δυναμική απάντηση, γιατί εξίσου δυναμική είναι η κατάσταση στην οποία μας έχουν φέρει.
Ονειρεύτηκα γαλάζια μπαλόνια
Ερχόταν απ΄ το βάθος μιας σκοτεινής αίθουσας
Αργά και σταθερά
Με πλησίαζαν όλο και πιο πολύ
Το λάτρευα κάποτε το γαλάζιο
Κάπου κάποτε
Ονειρεύτηκα μια ξύλινη βάρκα
Ερχόταν απ' τα βάθη μιας γαλήνιας θάλασσας
Αργά και σταθερά
Με πλησίαζε όλο και πιο πολύ
Τις λάτρευα κάποτε τις βάρκες
Ώσπου κάπου, κάποτε
Ξύπνησα κι αντίκρισα γαλάζια μπαλόνια
Ερχόσουν εσύ κρατώντας τα
Αργά και σταθερά
Πάνω σε μια ξύλινη βάρκα
Μα η βάρκα άρχισε ν' απομακρύνεται, όλο και πιο πολύ
Το γαλάζιο ξεθώριασε καθώς χανόσουν στον ορίζοντα
Κι έμεινα εκεί, στην ακτή των χαμένων ονείρων
Εκείνων των ονείρων που ψάχνουν μανιωδώς παραλήπτη,
Για να δώσουν νόημα στην ύπαρξή τους,
Τέτοιου είδους αποδείχτηκαν και τα δικά μου
Κι είχα μείνει ακίνητη, κάπου, κάποτε
Εκεί που σκάει το κύμα
Κι είμαι ακόμη εκεί
Ας με μαζέψει κάποιος, παρακαλώ
Ξεκολλήστε τα πόδια μου απ' την άμμο
Δεν έχω λόγους να περιμένω κάτι πια εδώ
Γιατί όσο κι αν φωνάζω: «Έι, εσύ, τα μπαλόνια είναι δικά μου
Η βάρκα ήρθε για μένα, άφησέ τη να 'ρθει πίσω!»
Πάλι δεν έχει νόημα, εδώ, στην ακτή των χαμένων ονείρων
Είναι ένα όνειρο που κλάπηκε ακόμη
Μαζί με όλα τα υπόλοιπα, όλων των υπολοίπων
Γι' αυτό θα φωνάξω μονάχα τελικά:
«Μπορεί να μου κλέψατε ένα όνειρο,
Όμως μου προσφέρατε έναν εφιάλτη.
Αποδέχομαι την ανταλλαγή.
Μπορώ να ξυπνήσω τώρα;»
Κάποτε
Στα μάτια σου χάραζε η αυγή όλου του κόσμου
Στα μάτια μου καθρεπτιζόταν το πιο αγνό το φως, απ' τη μορφή σου
Μα ο καθρέπτης χάθηκε
Πολύ βρωμιά, που να φανεί στο φως
Ένα κενό στα μάτια σου
Κι εγώ δεν έχω ποίηση για 'σένα πια
Όλα εξελίχτηκαν πεζά, συνηθισμένα
Τα μάτια σου και τα μάτια ενός εκατομμυρίου άλλων, ένα και το αυτό
Οι μόνες λάμψεις που λαμποκοπάν καμία φορά, είναι από την οργή σου
Θυμώνεις που χάθηκε η ποίηση
Λυπάμαι που δε μπορώ να στην προσφέρω πια
Προσπαθώ να σου εξηγήσω το γιατί
Μα δε μπορώ γιατί δεν με ακούς και δε με βλέπεις
Μάλλον θα φταίνε αυτά που χάθηκε,
Τα οργισμένα μάτια σου στον καθρέπτη, νομίζω με τυφλώνουν
Ξεγελώντας με πως βλέπω ακόμη λάμψεις απ' την ψυχή σου, μες τη βρωμιά
Κάποτε υπήρχε ποίηση στα λόγια μας
Τώρα, το μόνο που έχω να πω
Είναι πως τίποτα πια ανάμεσά μας δε μπορεί
Να γεννήσει κάποτε
Ποίηση στις ψυχές μας
Το άρρωστό σου σώμα ποθεί τη λύτρωση. Το κουρασμένο σου μυαλό αναζητά τη διέξοδο, ανάμεσα σε σκοτεινά υπόγεια μονοπάτια που οδηγούν στην ψυχή σου. Μάταια όμως πια, το τείχος που έχει ανυψωθεί μπροστά σου φαντάζει ανυπέρβλητο. Ένα τείχος αποτυχημένων προσπαθειών είναι κι όσο κι αν το παλεύεις, δεν προβλέπεται να πέσει. Μπορείς να το διαπιστώσεις και μόνος σου, αν επιμένεις.
Αναρωτιέσαι σίγουρα, γιατί σ' εσένα. Κι όσο συνεχίζεις να υποφέρεις μ' αυτή τη σκέψη, τόσο εκείνο εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται εκεί, για να θυμάσαι, να μην ξεχνάς πόσο λίγος είσαι συγκριτικά με όλο αυτό. Για να μην ονειρεύεσαι. Ένα βήμα πριν τον γκρεμό τα όνειρα σβήνουν, εξάλλου.
Και πάνω που είχες πιστέψει πως όλα είναι πιθανά, να' σαι πάλι στο μηδέν, ψάχνοντας αντί για μια ηλιαχτίδα το απόλυτο σκοτάδι ώστε να βυθιστείς μέσα του. Καταδικασμένο πλάσμα ήσουν από την αρχή, μην ψάχνεις για σωτήρες. Τη διαδρομή σου γύρνα να κοιτάξεις, θα το δεις.
Μονάχα μία πιθανή σωτηρία σου έχω βρει και στην προσφέρω. Όταν θα νιώσεις πως πατάς στο χείλος του γκρεμού, τότε... σταμάτα να με ακούς να σου λέω πως βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού. Άνοιξε τα μάτια σου, παραπλανημένε. Πεδιάδα έχει γύρω σου. Τι κλαίς;


Narfita